Η πολιτική της οργής και η πολιτική της καχυποψίας

Ζωή Κωνσταντοπούλου και Κυριάκος Βελόπουλος, ως καθρέφτες της κρίσης εμπιστοσύνης στο ελληνικό κομματικό σύστημα

Η πολιτική της οργής και η πολιτική της καχυποψίας

Η ελληνική πολιτική σκηνή της τελευταίας δεκαετίας δεν αναδιατάσσεται πια κυρίως γύρω από ιδεολογικές γραμμές αλλά γύρω από ένα βαθύτερο κριτήριο, το ποιος θεωρείται αξιόπιστος απέναντι σε ένα σύστημα που μεγάλο μέρος των πολιτών αντιμετωπίζει με καχυποψία. Στο νέο αυτό πεδίο συνυπάρχουν ψηφοφόροι που σε άλλες εποχές θα βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Τους ενώνει λιγότερο το τι πιστεύουν για την οικονομία και περισσότερο το πώς βιώνουν τη σχέση τους με την εξουσία. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου και ο Κυριάκος Βελόπουλος αποτελούν τις δύο πιο καθαρές μορφές αυτής της πολιτικής μετάβασης. Η πρώτη κινητοποιεί την ηθική αγανάκτηση, ο δεύτερος οργανώνει τη δυσπιστία προς τη γνώση και την πληροφόρηση. Παρότι κινούνται σε διαφορετικές ιδεολογικές περιοχές, απευθύνονται σε συγγενή κοινωνικά αντανακλαστικά.

Η πορεία της Πλεύσης Ελευθερίας αποδεικνύει ότι η επιτυχία ενός κόμματος δεν προκύπτει απαραίτητα από τη δυνατότητα διακυβέρνησης. Στην περίπτωση της Κωνσταντοπούλου, η πολιτική ταυτότητα συγκροτείται γύρω από τη διαρκή αναζήτηση ευθυνών. Από την περίοδο της προεδρίας της Βουλής είχε διαμορφωθεί ένα ιδιαίτερο ύφος, όπου η διαδικασία δεν λειτουργούσε μόνο ως θεσμικός κανόνας αλλά και ως εργαλείο σύγκρουσης. Οι παρεμβάσεις είχαν ένταση, οι διαφωνίες προσωποποιούνταν και η πολιτική αντιπαράθεση αποκτούσε ηθικό χαρακτήρα. Δεν επρόκειτο για ιδιοτροπία της συγκυρίας του 2015 αλλά για τον πυρήνα ενός τρόπου πολιτικής παρουσίας που διατηρείται μέχρι σήμερα.

Στη σημερινή της δράση το μοτίβο αυτό επανεμφανίζεται με συνέπεια. Στην υπόθεση των Τεμπών, στην επιτροπή του ΟΠΕΚΕΠΕ και στις προσωπικές συγκρούσεις, όπως εκείνη με τον Άδωνι Γεωργιάδη που η ίδια επέλεξε να κλιμακώσει, η πολιτική δεν οργανώνεται γύρω από εναλλακτικές πολιτικές λύσεις αλλά γύρω από την απόδοση ευθύνης. Η επιχειρηματολογία αποκτά τη μορφή κατηγορίας και η αντιπαράθεση θυμίζει περισσότερο διαδικασία καταλογισμού παρά κοινοβουλευτική διαφωνία. Αυτό δημιουργεί έντονη πόλωση αλλά και σαφή πολιτική ταυτότητα, επειδή ο ψηφοφόρος δεν καλείται να αξιολογήσει πρόγραμμα αλλά να πάρει θέση σε μια ηθική αφήγηση.

Οι καταγγελίες της πρώην βουλευτού Ελένης Καραγεωργοπούλου και εργαζομένων του κόμματος για αυταρχική εσωτερική συμπεριφορά εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο. Σε ένα κόμμα που ταυτίζεται με την προσωπική αξιοπιστία της ηγεσίας, η εσωτερική διαφωνία βιώνεται ως υπονόμευση της πολιτικής αποστολής. Οι οργανωτικές εντάσεις δεν μπορούν να διαχωριστούν από τη μορφή του σχηματισμού. Όσο η πολιτική λειτουργεί ως εκπροσώπηση ηθικής καθαρότητας, τόσο η συλλογική λειτουργία περιορίζεται, επειδή η διαφοροποίηση μοιάζει να ακυρώνει το βασικό αφήγημα. Έτσι η εσωτερική σύγκρουση δεν μειώνει αναγκαστικά την εκλογική απήχηση. Αντίθετα, για μέρος των ψηφοφόρων επιβεβαιώνει την εικόνα μιας ηγεσίας που δεν συμβιβάζεται.

Η εκλογική βάση της Κωνσταντοπούλου δεν αναζητά κυρίως διαχειριστική επάρκεια αλλά δικαίωση. Γι’ αυτό η ένταση δεν λειτουργεί αποτρεπτικά. Σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου εμφανίζονται και άλλοι φορείς αγανάκτησης, η κλιμάκωση αποτελεί τρόπο διαφοροποίησης. Η παρουσία νέων σχηματισμών που διεκδικούν τον χώρο της ηθικής διαμαρτυρίας, καθώς και η επιστροφή πιο παραδοσιακών αντιδεξιών σχημάτων, πιέζουν την Πλεύση να παραμένει στο υψηλότερο επίπεδο σύγκρουσης ώστε να διατηρεί ορατότητα. Αν η ένταση μειωνόταν, μεγάλο μέρος της πολιτικής της λειτουργίας θα έχανε το νόημά του.

Η γεωγραφία της δυσπιστίας

Ο Κυριάκος Βελόπουλος κινείται σε διαφορετική λογική, η οποία όμως απαντά στο ίδιο κοινωνικό υπόβαθρο. Η πολιτική του παρουσία δεν στηρίζεται στην ηθική κατηγορία αλλά στην αμφισβήτηση της επίσημης πληροφόρησης. Από την περίοδο της πανδημίας έως τις θεωρίες για τα χαμένα βαγόνια και τα ξυλόλια στο δυστύχημα των Τεμπών, η ρητορική του οργανώνεται γύρω από την ιδέα ότι οι θεσμοί αποκρύπτουν την αλήθεια. Οι επαναλαμβανόμενες διαψεύσεις δεν αποδυναμώνουν την απήχηση, επειδή το κοινό του δεν τον αξιολογεί ως πηγή τεκμηριωμένης πληροφορίας αλλά ως εκπρόσωπο δυσπιστίας.

Η εκλογική του επιρροή εμφανίζεται ισχυρότερη σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, όπου η κοινωνική εμπειρία ενισχύει την αίσθηση περιφερειακής αδικίας. Η οικονομική στασιμότητα, η δημογραφική γήρανση και η έντονη θρησκευτική αναφορά δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η πολιτισμική ταυτότητα αποκτά κεντρική σημασία. Το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται περιλαμβάνει θρησκευόμενους, ρωσόφιλους και αντιεμβολιαστές ψηφοφόρους, δηλαδή ομάδες που συνδέονται από την κοινή δυσπιστία προς τις ελίτ. Η πολιτική του λόγου του μοιάζει απλοϊκή ή ακόμη και λούμπεν, ωστόσο λειτουργεί ως γλώσσα οικειότητας και όχι ως τεχνική ανάλυση.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι αποδεδειγμένες ανακρίβειες δεν οδηγούν σε εκλογική κατάρρευση. Όταν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχει διαβρωθεί, η διάψευση δεν παράγει πειστικό αποτέλεσμα. Για τους ψηφοφόρους που ήδη πιστεύουν ότι υπάρχει συγκάλυψη, κάθε επίσημη αντίδραση επιβεβαιώνει την πεποίθησή τους. Έτσι η σχέση πολιτικού και εκλογέα γίνεται σχέση κοινότητας και όχι ενημέρωσης. Το πολιτικό μήνυμα λειτουργεί ως ταυτότητα και όχι ως επιχείρημα.

Η εκλογική του πορεία επηρεάζεται από την πόλωση ανάμεσα στην ψήφο διακυβέρνησης και την ψήφο ηθικής αγανάκτησης. Όταν οι πολίτες αναζητούν σταθερότητα, μέρος της βάσης του μετακινείται προς κόμματα που θεωρούνται ικανά να κυβερνήσουν. Όταν κυριαρχεί το αίσθημα αδικίας, μέρος της μετακινείται προς φορείς όπως η Μαρία Καρυστιανού που εκφράζουν καθαρότερα την ηθική καταγγελία. Έτσι ο Βελόπουλος διατηρεί έναν σταθερό πυρήνα αλλά δυσκολεύεται να επεκταθεί σημαντικά, επειδή βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ισχυρότερες αφηγήσεις.

Οι δύο πολιτικοί εκφράζουν διαφορετικές όψεις του ίδιου φαινομένου. Η Κωνσταντοπούλου μιλά σε όσους πιστεύουν ότι το σύστημα αδικεί, ο Βελόπουλος σε όσους πιστεύουν ότι το σύστημα εξαπατά. Στην πρώτη περίπτωση η πολιτική μοιάζει με δικαστήριο, στη δεύτερη με αποκάλυψη. Και στις δύο όμως ο ψηφοφόρος δεν αναζητά πρόγραμμα αλλά αναγνώριση μιας εμπειρίας που θεωρεί ότι δεν εκφράζεται αλλού.

Η ύπαρξή τους επηρεάζει τη δημόσια συζήτηση, επειδή μετατοπίζει το επίκεντρο από την πολιτική διαπραγμάτευση στην ηθική σύγκρουση ή στη γνωσιολογική αμφισβήτηση. Όταν η διαφωνία ερμηνεύεται ως ενοχή ή ως συγκάλυψη, ο συμβιβασμός καθίσταται δύσκολος. Ταυτόχρονα, η επιτυχία τους αποκαλύπτει την ύπαρξη κοινωνικών στρωμάτων που αισθάνονται ότι δεν εκπροσωπούνται από τα παραδοσιακά κόμματα.

Η μελλοντική τους πορεία θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Αν η πολιτική πείσει ότι μπορεί να απαντήσει πειστικά στις αγωνίες των πολιτών, ο χώρος τους θα περιοριστεί. Αν η απόσταση διατηρηθεί, θα παραμένουν αναγκαίοι εκφραστές συναισθημάτων που δεν βρίσκουν αλλού διέξοδο. Η πολιτική της οργής και η πολιτική της καχυποψίας αποτελούν έτσι δύο όψεις της ίδιας κοινωνικής συνθήκης, όπου η ανάγκη για βεβαιότητα και δικαίωση υπερισχύει της ιδεολογικής τοποθέτησης.

Η κατανόησή τους επομένως απαιτεί λιγότερη ηθική καταδίκη και περισσότερη ερμηνεία. Δεν πρόκειται απλώς για προσωπικές στρατηγικές αλλά για μορφές πολιτικής που αναδύονται όταν η εμπιστοσύνη γίνεται σπάνια. Και όσο οι πολίτες αισθάνονται ότι το σύστημα λειτουργεί χωρίς αυτούς, θα αναζητούν φωνές που μιλούν σαν να βρίσκονται απέναντί του.