Η παγίδα της ριζοσπαστικοποίησης: Όταν η βάση κερδίζει και κινδυνεύει να χαθεί η πλειοψηφία

Από τον Σάντερς και τον Μαμντάνι έως τον Ελ-Σαγιέντ, η αριστερή στροφή των Δημοκρατικών θέτει ένα παλιό εκλογικό ερώτημα με νέα ένταση: πόσους απογοητευμένους ψηφοφόρους μπορεί να κινητοποιήσει ένα κόμμα πριν αρχίσει να χάνει εκείνους που χρειάζεται για να κερδίσει;

Η παγίδα της ριζοσπαστικοποίησης: Όταν η βάση κερδίζει και κινδυνεύει να χαθεί η πλειοψηφία
(ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI)

Η νίκη του Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ στις προκριματικές των Δημοκρατικών στο Μίσιγκαν έχει σημασία που υπερβαίνει την ίδια την αναμέτρηση για την υποψηφιότητα της Γερουσίας, επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη μεταβολή της εσωκομματικής ισορροπίας των Δημοκρατικών. Ο πρώην επικεφαλής δημόσιας υγείας της κομητείας Γουέιν επικράτησε της Χέιλι Στίβενς, έχοντας πίσω του ένα δίκτυο υποστήριξης που συνδέεται με τον Μπέρνι Σάντερς, την Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ και τη νέα γενιά της αμερικανικής προοδευτικής Αριστεράς. Η υποψηφιότητά του εξέφρασε την αυξανόμενη απαίτηση για πιο επιθετική οικονομική πολιτική, μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση στην υγεία και στην κοινωνική προστασία και διαφορετική προσέγγιση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Η αναμέτρηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή η προκριματική και η γενική εκλογή διαθέτουν διαφορετική κοινωνική και πολιτική δυναμική. Στις προκριματικές συμμετέχει συνήθως ένα περισσότερο πολιτικοποιημένο τμήμα της κομματικής βάσης, με μεγαλύτερη ιδεολογική συνέπεια και ισχυρότερο ενδιαφέρον για την επιλογή του υποψηφίου που βρίσκεται κοντά στις πολιτικές του προτιμήσεις. Στη γενική εκλογή προσέρχονται περισσότεροι ανεξάρτητοι, λιγότερο κομματικοποιημένοι πολίτες και ψηφοφόροι που αποφασίζουν με βάση συγκεκριμένα ζητήματα της καθημερινότητας. Η μετάβαση από τη μία διαδικασία στην άλλη αποτελεί συνεπώς τη μεγάλη δοκιμασία κάθε υποψηφίου που αναδεικνύεται μέσα από μια έντονα ιδεολογική βάση.

Η πολιτική επιστήμη έχει καταγράψει αυτή τη διπλή επίδραση της πόλωσης. Η έντονη πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να αυξήσει τη συμμετοχή όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η επιλογή τους έχει πραγματικό διακύβευμα και ότι κάποια από τις διαθέσιμες πολιτικές προτάσεις εκφράζει τις δικές τους προτιμήσεις. Όταν οι επιλογές απομακρύνονται πολύ από τη θέση ενός ψηφοφόρου, η ίδια πόλωση μπορεί να οδηγήσει στην αποξένωση ή στην αποχή. Η σχέση ανάμεσα στην ιδεολογική απόσταση και στην εκλογική συμμετοχή εξαρτάται, επομένως, από τη θέση κάθε κοινωνικής ομάδας μέσα στο πολιτικό σύστημα.

Η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί έτσι να προσφέρει σε ένα κόμμα ισχυρή αίσθηση ταυτότητας και πολιτικού επείγοντος. Οι ψηφοφόροι που αισθάνονται ότι έχουν ξεχαστεί, ότι τα παραδοσιακά κόμματα έχουν απομακρυνθεί από τις ανάγκες τους ή ότι τα προβλήματά τους αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντα, μπορούν να επιστρέψουν στην πολιτική όταν εμφανιστεί ένας υποψήφιος που μιλά με σαφείς όρους για τις ανησυχίες τους. Η εκλογική επιτυχία εξαρτάται όμως από το κατά πόσο αυτή η νέα κινητοποίηση υπερκαλύπτει τις απώλειες που μπορεί να προκαλέσει σε άλλες ομάδες.

Η θεωρία του μεσαίου ψηφοφόρου και τα όριά της

Η κλασική θεωρία του μεσαίου ψηφοφόρου προσφέρει ένα χρήσιμο σημείο εκκίνησης. Σε ένα δικομματικό σύστημα, τα κόμματα έχουν κίνητρο να προσεγγίζουν τον ψηφοφόρο που βρίσκεται κοντά στο κέντρο της ιδεολογικής κατανομής, επειδή η κατάκτησή του μπορεί να εξασφαλίσει την πλειοψηφία. Η λογική αυτή εξακολουθεί να έχει σημαντική αξία, ειδικά στις γενικές εκλογές όπου οι υποψήφιοι χρειάζονται ευρύτερη κοινωνική αποδοχή. Η σημερινή εκλογική πραγματικότητα έχει όμως καταστήσει πολύ πιο σύνθετη τη σχέση ανάμεσα στην ιδεολογική θέση και στην εκλογική συμπεριφορά.

Οι ψηφοφόροι δεν αποτελούν πλέον τόσο σταθερές κομματικές μάζες όσο σε προηγούμενες δεκαετίες. Η κομματική ταύτιση έχει εξασθενήσει σε πολλές δημοκρατίες, οι κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές έχουν αλλάξει τις παραδοσιακές σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και στα κόμματα, ενώ η πολιτική επικοινωνία έχει γίνει περισσότερο προσωποκεντρική. Υπάρχουν εκατομμύρια πολίτες που συμμετέχουν σε μία εκλογή και απέχουν από την επόμενη, ενώ αρκετοί αποφασίζουν με βάση ένα μικρό αριθμό ζητημάτων που θεωρούν καθοριστικά. Ο ψηφοφόρος που πρέπει να πείσει ένα κόμμα δεν βρίσκεται επομένως πάντοτε σε ένα σταθερό σημείο πάνω σε έναν ιδεολογικό άξονα.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η πόλωση μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός ενεργοποίησης. Συγκριτικές έρευνες σε δημοκρατίες του ΟΟΣΑ έχουν δείξει ότι η υψηλή πολιτική πόλωση μπορεί να αυξήσει το ενδιαφέρον για τις εκλογές, ειδικά όταν υπάρχουν λίγες και σαφώς διαφοροποιημένες κομματικές επιλογές. Η ένταση της πολιτικής σύγκρουσης δημιουργεί την αίσθηση ότι η εκλογική απόφαση έχει συνέπειες και περιορίζει την αδιαφορία που οδηγεί στην αποχή. Η ίδια δυναμική μπορεί να δημιουργήσει αντισυσπείρωση, καθώς η ισχυρή ιδεολογική ταυτότητα ενός κόμματος διευκολύνει τον αντίπαλο να παρουσιάσει την εκλογή ως κρίσιμη μάχη για την προστασία των δικών του πολιτικών και κοινωνικών αξιών.

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα της εκλογικής στρατηγικής. Ένα κόμμα που απομακρύνεται από το κέντρο μπορεί να κερδίσει σε ένταση, συμμετοχή και αφοσίωση της βάσης του, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει το κίνητρο των αντιπάλων του να προσέλθουν στην κάλπη. Η τελική επίδοση εξαρτάται από το ισοζύγιο αυτών των δύο διαδικασιών. Το ερώτημα δεν αφορά μόνο πόσους ψηφοφόρους μπορεί να φέρει ένας υποψήφιος στην κάλπη, αλλά και πόσους θα οδηγήσει στην κάλπη εναντίον του.

Από τον Κόρμπιν στον Τραμπ και από τη Λεπέν στη Μελόνι

Τα συγκριτικά παραδείγματα των τελευταίων ετών επιβεβαιώνουν αυτή τη σύνθετη σχέση. Ο Τζέρεμι Κόρμπιν στη Βρετανία κατάφερε το 2017 να κινητοποιήσει νέους και ψηφοφόρους που είχαν απομακρυνθεί από την πολιτική, αυξάνοντας σημαντικά τη δύναμη των Εργατικών. Η συνέχεια μέχρι την εκλογική ήττα του 2019 έδειξε ότι η κινητοποιημένη βάση χρειάζεται ευρύτερη κοινωνική συμμαχία για να μετατραπεί σε πλειοψηφία. Η περίπτωση της Μαρίν Λεπέν δείχνει μια διαφορετική διαδρομή, καθώς το Rassemblement National διεύρυνε την εκλογική του επιρροή συνδέοντας την εθνικιστική και αντιμεταναστευτική ατζέντα με ζητήματα όπως η αγοραστική δύναμη και η κοινωνική ανασφάλεια. Η Τζόρτζια Μελόνι προσφέρει ένα ακόμη μοντέλο, στο οποίο ένας ισχυρός ιδεολογικός πυρήνας συνδυάστηκε με περισσότερο θεσμική εικόνα και σήματα κυβερνητικής επάρκειας.

Η περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ είναι ιδιαίτερα χρήσιμη επειδή επιτρέπει να εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στη θετική πολιτική ταύτιση και στην αρνητική κομματική ταύτιση. Ο Τραμπ έχασε τις προεδρικές εκλογές του 2020, όμως η ήττα του δεν διέλυσε την εκλογική βάση που είχε δημιουργήσει γύρω από το πρόσωπό του και το πολιτικό του κίνημα. Η πολιτική ταυτότητα που είχε οικοδομήσει παρέμεινε ισχυρή και το 2024 τον οδήγησε ξανά στον Λευκό Οίκο. Η διαδρομή αυτή δείχνει ότι μια ισχυρή πολιτική ταύτιση μπορεί να επιβιώσει μιας εκλογικής ήττας και να λειτουργήσει ως μηχανισμός επανασυσπείρωσης στις επόμενες εκλογές.

Η ίδια διαδικασία δημιούργησε όμως και μια ισχυρή αντι-ταύτιση. Για μεγάλο τμήμα του αμερικανικού εκλογικού σώματος, η πολιτική επιλογή οργανώθηκε γύρω από την απόρριψη του Τραμπ και όσων εκείνος συμβόλιζε. Η ψήφος εναντίον του απέκτησε δική της πολιτική αυτονομία και λειτούργησε ως μηχανισμός κινητοποίησης, όπως ακριβώς η ταύτιση με τον ίδιο κινητοποίησε τη δική του βάση. Η αμερικανική πολιτική μετά το 2016 απέκτησε έτσι δύο παράλληλες εκλογικές δυνάμεις, μία που βασίζεται στην ταύτιση με το πολιτικό στρατόπεδο και μία που βασίζεται στην απόρριψη του αντίπαλου στρατοπέδου.

Η έννοια της αρνητικής κομματικής ταύτισης έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη πολιτική επιστήμη, επειδή εξηγεί γιατί η κομματική συμπεριφορά μπορεί να παραμένει ισχυρή ακόμη και όταν μειώνεται ο ενθουσιασμός για το ίδιο το κόμμα ή τον υποψήφιο. Ο ψηφοφόρος μπορεί να έχει περιορισμένη θετική σχέση με την επιλογή του, ενώ ταυτόχρονα να θεωρεί απολύτως αναγκαίο να εμποδίσει την επικράτηση του αντιπάλου. Η συναισθηματική απόσταση ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα μετατρέπεται έτσι σε αυτόνομο εκλογικό κίνητρο.

Το πραγματικό κόστος της ριζοσπαστικοποίησης

Από την άποψη της εκλογικής στρατηγικής, η μεγάλη παγίδα βρίσκεται στην υπόθεση ότι κάθε νέος ψηφοφόρος που κινητοποιείται αποτελεί αυτομάτως εκλογικό κέρδος. Η αύξηση της συμμετοχής μιας ομάδας μπορεί να συνοδεύεται από αύξηση της συμμετοχής μιας αντίπαλης ομάδας, ενώ η προσέλκυση νέων ψηφοφόρων μπορεί να συνδυάζεται με απώλειες σε ανεξάρτητους και μετριοπαθείς. Η πραγματική επίδοση ενός υποψηφίου εξαρτάται από το καθαρό ισοζύγιο αυτών των μετακινήσεων.

Εάν ένας ριζοσπαστικός υποψήφιος κινητοποιήσει 100.000 πολίτες που προηγουμένως απείχαν, αλλά προκαλέσει τη μετακίνηση 120.000 ανεξάρτητων ψηφοφόρων προς τον αντίπαλο, η αυξημένη συμμετοχή της βάσης του δεν αρκεί. Εάν καταφέρει να κινητοποιήσει τους ίδιους ψηφοφόρους, να διατηρήσει τους παραδοσιακούς υποστηρικτές του και να πείσει επιπλέον ανεξάρτητους ότι η πολιτική του πρόταση απαντά σε πραγματικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, τότε η ίδια ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να αποτελέσει εργαλείο διεύρυνσης.

Αυτό ακριβώς καθιστά το Μίσιγκαν τόσο ενδιαφέρον. Ο Ελ-Σαγιέντ κέρδισε την προκριματική επειδή μίλησε σε μια κομματική βάση που αναζητά σαφέστερες θέσεις για την υγεία, το κόστος ζωής, τα εργασιακά δικαιώματα και την κοινωνική ανισότητα. Η γενική εκλογή θα απαιτήσει από τον ίδιο να μετατρέψει αυτή την ταυτότητα σε πρόταση που μπορεί να γίνει αποδεκτή και από ψηφοφόρους οι οποίοι δεν συμμερίζονται το σύνολο της ιδεολογικής του ατζέντας.

Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο στρατηγικό δίλημμα των Δημοκρατικών. Η προοδευτική πτέρυγα έχει αποδείξει ότι μπορεί να κινητοποιήσει ψηφοφόρους που αισθάνονται πολιτικά εγκαταλειμμένοι. Η εκλογική πρόκληση αφορά την επέκταση αυτής της κινητοποίησης σε πολίτες που ενδιαφέρονται περισσότερο για το κόστος ζωής, την υγεία, την οικονομική ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης και λιγότερο για την ιδεολογική αυτοτοποθέτηση του υποψηφίου. Εάν η πολιτική ταυτότητα του Ελ-Σαγιέντ συνδεθεί με αυτά τα ζητήματα, μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη εκλογική εμβέλεια. Εάν η αναμέτρηση μετατραπεί σε δημοψήφισμα για τον «σοσιαλισμό», οι Ρεπουμπλικανοί θα αποκτήσουν ένα εξαιρετικά χρήσιμο πλαίσιο αντι-ταύτισης.

Το μάθημα για τους Δημοκρατικούς και η μάχη για το μέλλον

Το σημαντικότερο συμπέρασμα της συγκριτικής πολιτικής ανάλυσης είναι ότι η ριζοσπαστικοποίηση αποτελεί εργαλείο και όχι ολοκληρωμένη εκλογική στρατηγική. Μπορεί να δημιουργήσει ταυτότητα, να επαναφέρει απογοητευμένους ψηφοφόρους, να αυξήσει τη συμμετοχή και να επιβάλει νέα ζητήματα στην πολιτική ατζέντα. Μπορεί ταυτόχρονα να ενισχύσει την αντίπαλη πλευρά, εάν η ιδεολογική ένταση προκαλέσει ισχυρότερη αντισυσπείρωση από τη δική της κινητοποίηση.

Η κρίσιμη ερώτηση για τους Δημοκρατικούς αφορά επομένως το είδος της κοινωνικής συμμαχίας που θέλουν να δημιουργήσουν. Ο Σάντερς, η Οκάσιο-Κορτέζ, ο Μαμντάνι και τώρα ο Ελ-Σαγιέντ δείχνουν ότι υπάρχει πραγματική ζήτηση για πιο μαχητική οικονομική πολιτική, μεγαλύτερη προστασία των εργαζομένων, δημόσια παρέμβαση στην υγεία και αμφισβήτηση της ισχύος των οικονομικών ελίτ. Το ζητούμενο είναι εάν αυτή η ατζέντα μπορεί να αποκτήσει απήχηση πέρα από την ιδεολογική βάση που τη γέννησε.

Ο Τραμπ προσφέρει εδώ ένα ιδιαίτερα χρήσιμο μάθημα. Η ισχυρή ταύτιση μπορεί να κρατήσει έναν πολιτικό ενεργό μετά από μια εκλογική ήττα και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για επιστροφή στην εξουσία, ακριβώς εξαιτίας της ταυτότητας του αντιπάλου του. Η ίδια ταύτιση μπορεί να δημιουργήσει ισχυρή αντι-ταύτιση, η οποία κινητοποιεί τους αντιπάλους και καθιστά την εκλογή μάχη πολιτικών στρατοπέδων. Για τους Δημοκρατικούς, η στρατηγική πρόκληση είναι να δημιουργήσουν μια θετική πολιτική ταυτότητα αρκετά ισχυρή ώστε να ενεργοποιεί τη βάση τους και αρκετά ευρεία ώστε να μη μετατρέπεται σε πηγή μαζικής αποξένωσης υπέρ του αντιπάλου.

Ο Ελ-Σαγιέντ αποτελεί συνεπώς ένα ενδιαφέρον εκλογικό πείραμα, καθώς η προκριματική του νίκη έδειξε ότι η αριστερή πτέρυγα μπορεί να αποκτήσει ισχυρή επιρροή μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα. Η γενική εκλογή θα δείξει όμως εάν αυτή η επιρροή μπορεί να μετατραπεί σε πλειοψηφική εκλογική συμμαχία. Εάν συμβεί αυτό, οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ μιας βαθύτερης αριστερής στροφής. Εάν η ριζοσπαστικοποίηση οδηγήσει σε απώλειες ανεξάρτητων και μετριοπαθών ψηφοφόρων, η ίδια αναμέτρηση θα ενισχύσει όσους υποστηρίζουν μια επιστροφή προς το κέντρο.

Το πραγματικό ερώτημα των αμερικανικών εκλογών του 2026 βρίσκεται, επομένως, στο ισοζύγιο ανάμεσα στην ταύτιση και την αντι- ταύτιση. Η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να επαναφέρει στην κάλπη πολίτες που είχαν πάψει να αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται, ενώ μπορεί παράλληλα να κινητοποιήσει εκείνους που φοβούνται την επικράτησή της. Η πολιτική στρατηγική κρίνεται όταν ένα κόμμα καταφέρει να κάνει την πρώτη διαδικασία ισχυρότερη από τη δεύτερη και να μετατρέψει την ενέργεια της βάσης του σε ευρύτερη κοινωνική πλειοψηφία. Το Μίσιγκαν μπορεί να αποτελέσει το πρώτο μεγάλο τεστ για το εάν η νέα αριστερά των Δημοκρατικών διαθέτει αυτή τη δυνατότητα.