Η κυπριακή κάλπη, στο μεταίχμιο μεταξύ ψήφου διακυβέρνησης και απόρριψης
Οι βουλευτικές εκλογές στην Κύπρο δεν ανέτρεψαν το πολιτικό σύστημα, αλλά αποκάλυψαν ότι οι παλιές ισορροπίες εξουσίας φθείρονται, ενώ νέα κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα αποκτούν πλέον μόνιμη παρουσία
Οι βουλευτικές εκλογές στην Κύπρο δεν παρήγαγαν έναν πολιτικό σεισμό με την κλασική έννοια του όρου. Δεν υπήρξε τελικά η κατάρρευση των μεγάλων κομμάτων όπως προέβλεπαν οι δημοσκοπήσεις, ούτε η σαρωτική επιτυχία ενός νέου πολιτικού φορέα που να αναδιατάσσει ολοκληρωτικά το τοπίο, όπως προέβλεπαν κάποιοι αναλυτές. Ωστόσο, πίσω από την επιφανειακή εικόνα της σχετικής συνέχειας, διαμορφώνεται μια βαθύτερη μεταβολή, η οποία ίσως αποδειχθεί ιστορική για το κυπριακό πολιτικό σύστημα.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Κύπρος μοιάζει να εγκαταλείπει το μοντέλο της σταθερής παραταξιακής δημοκρατίας που χαρακτήρισε τη μεταπολιτευτική της περίοδο. Οι ισχυρές κομματικές ταυτίσεις, η οικογενειακή ψήφος, οι προβλέψιμες μετακινήσεις ανάμεσα σε συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους και ο σχετικά περιορισμένος αριθμός πραγματικών παικτών εξουσίας υποχωρούν ακόμη περισσότερο. Στη θέση τους εμφανίζεται ένα πιο πολυδιασπασμένο, περισσότερο προσωποκεντρικό και αισθητά πιο ασταθές πολιτικό περιβάλλον.
Το αποτέλεσμα των εκλογών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή έρχεται μόλις τρία χρόνια μετά την προεδρική νίκη του Νίκου Χριστοδουλίδη, ο οποίος είχε παρουσιαστεί ως ο εκφραστής μιας νέας πολιτικής σύνθεσης ανάμεσα στον λεγόμενο ενδιάμεσο χώρο και σε τμήματα της κεντροδεξιάς. Οι βουλευτικές του 2026 έδειξαν ότι αυτή η σύνθεση δεν κατόρθωσε να αποκτήσει στέρεη κοινωνική και κομματική βάση και έχασε τελικά εκλογικά.
Ο ΔΗΣΥ επιστρέφει στο κέντρο του συστήματος, με έναν αποδυναμωμένο Χριστοδουλίδη
Το πρώτο μεγάλο πολιτικό συμπέρασμα των εκλογών αφορά τον Δημοκρατικό Συναγερμό. Η πρωτιά του κόμματος έχει μεγαλύτερη σημασία από όσο δείχνει το ίδιο το ποσοστό του. Ο ΔΗΣΥ βγήκε από μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο, κατά την οποία έχασε την Προεδρία της Δημοκρατίας, υπέστη εσωτερικές διασπάσεις και είδε σημαντικό μέρος του ακροατηρίου του να μετακινείται είτε προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη είτε προς το ΕΛΑΜ.
Παρόλα αυτά, διατήρησε τη θέση του ως βασικός πόλος της κυπριακής κεντροδεξιάς και, κυρίως, επανέκτησε την πολιτική του αυτοπεποίθηση, ως μια μεγάλη και ιστορική πολιτική παράταξη. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή μεταβάλλει εκ νέου τις ισορροπίες εξουσίας γύρω από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Ο Χριστοδουλίδης εξελέγη το 2023 στηριζόμενος σε μια ιδιότυπη συμμαχία του ΔΗΚΟ, της ΔΗΠΑ, της ΕΔΕΚ και ενός τμήματος αποσχισθέντων στελεχών του ΔΗΣΥ. Το σχήμα αυτό λειτούργησε επιτυχώς σε προεδρικό επίπεδο, επειδή αξιοποίησε την προσωπική δημοφιλία του ίδιου του Χριστοδουλίδη και τη φθορά της τότε ηγεσίας του Συναγερμού. Οι βουλευτικές εκλογές, όμως, έδειξαν ότι το συγκεκριμένο μπλοκ δεν μετατράπηκε ποτέ σε σταθερό πολιτικό ρεύμα.
Η ΕΔΕΚ έμεινε εκτός Βουλής μετά από 56 χρόνια κοινοβουλευτικής παρουσίας, η ΔΗΠΑ επίσης βρέθηκε εκτός του νέου κοινοβουλίου και το ΔΗΚΟ έχασε την τρίτη θέση. Έτσι, ο Πρόεδρος παραμένει θεσμικά ισχυρός, αλλά πολιτικά περισσότερο απομονωμένος.
Σε ένα προεδρικό σύστημα, όπως το κυπριακό, η κυβέρνηση δεν εξαρτάται άμεσα από ψήφο εμπιστοσύνης. Ωστόσο, χωρίς σταθερές κοινοβουλευτικές συμμαχίες, η δυνατότητα άσκησης πολιτικής περιορίζεται αισθητά. Η ψήφιση νομοσχεδίων γίνεται δυσκολότερη, οι πολιτικές ισορροπίες μετατρέπονται σε διαρκή διαπραγμάτευση και ο Πρόεδρος χάνει σταδιακά την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η πιθανότητα μιας σταδιακής επαναπροσέγγισης ανάμεσα στον ΔΗΣΥ και το Προεδρικό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Συναγερμός γνωρίζει ότι η πολιτική αστάθεια μπορεί να ευνοήσει περαιτέρω το ΕΛΑΜ, ενώ ο Χριστοδουλίδης γνωρίζει ότι δύσκολα θα κυβερνήσει αποτελεσματικά χωρίς τουλάχιστον μια μορφή συνεννόησης με τον μεγαλύτερο κοινοβουλευτικό πόλο της χώρας.
Η κανονικοποίηση του ΕΛΑΜ και η κρίση εκπροσώπησης
Η άνοδος του ΕΛΑΜ αποτελεί το δεύτερο μεγάλο μήνυμα των εκλογών και πιθανόν το βαθύτερο σε βάθος χρόνου. Το κόμμα δεν λειτουργεί πλέον ως περιθωριακή ψήφος διαμαρτυρίας, αλλά ως σταθερή πολιτική δύναμη με οργανωμένη κοινωνική επιρροή.
Το πιο σημαντικό στοιχείο δεν βρίσκεται μόνο στο ποσοστό του, αλλά στη διεύρυνση της κοινωνικής του βάσης. Το ΕΛΑΜ αντλεί πλέον ψήφους από πολίτες που δεν ανήκουν απαραίτητα στον παραδοσιακό ακροδεξιό χώρο. Προσελκύει απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΔΗΣΥ, νεότερες ηλικίες που αισθάνονται απομακρυσμένες από το πολιτικό προσωπικό και τμήματα της κοινωνίας που βιώνουν ανασφάλεια απέναντι στην οικονομική πίεση, στο μεταναστευτικό και στη γενικότερη κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.
Η μεταβολή αυτή έχει ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Όπως συνέβη σε άλλες χώρες της Ευρώπης, έτσι και στην Κύπρο η ριζοσπαστική δεξιά αποκτά σταδιακά θεσμική κανονικότητα. Η εικόνα του ΕΛΑΜ αλλάζει. Ο κινηματικός και ακραίος χαρακτήρας περιορίζεται επικοινωνιακά, ενώ ενισχύεται η παρουσία ενός κόμματος που επιδιώκει να εμφανιστεί ως οργανωμένη και υπεύθυνη πολιτική δύναμη.
Στον χώρο της αντιπολίτευσης, ιδιαίτερη σημασία είχε και η άνοδος του ΑΚΕΛ μετά την συνεχή δεκαπενταετή πτώση της επιρροής του μετά την περίοδο Χριστόφια αλλά και την οικονομική κρίση και το μνημονίο που ακολούθησε στην Κύπρο, με αποτέλεσμα την πολιτική αποδυνάμωση του ιστορικού κόμματος της Αριστεράς.
Την ίδια στιγμή, η επιτυχία σχημάτων όπως το ΑΛΜΑ του Οδυσσέα Μιχαηλίδη και η «Άμεση Δημοκρατία» του Φειδία Παναγιώτου αποκαλύπτει κάτι ακόμη βαθύτερο. Ένα μέρος της κυπριακής κοινωνίας δεν ψηφίζει πλέον με βάση τις παραδοσιακές ιδεολογικές γραμμές, αλλά με όρους αυθεντικότητας, θεσμικής δυσπιστίας και απόρριψης του επαγγελματικού πολιτικού προσωπικού.
Ο Φειδίας εκφράζει μια κουλτούρα πολιτικής που γεννιέται μέσα από τα social media, όπου η προσωπικότητα συχνά υπερισχύει της οργανωμένης πολιτικής πρότασης. Το ΑΛΜΑ, αντίθετα, εκφράζει έναν θεσμικό αντισυστημισμό, που εστιάζει στη διαφθορά, στη λογοδοσία και στην ανάγκη ελέγχου της εξουσίας.
Η συνύπαρξη αυτών των δύο φαινομένων δείχνει ότι η κρίση εκπροσώπησης στην Κύπρο αποκτά πλέον πολυδιάστατο χαρακτήρα.
Η συμμετοχή και το νέο ευρωπαϊκό πολιτικό μοτίβο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αύξηση της συμμετοχής. Σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές του 2021, η συμμετοχή ενισχύθηκε κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ σε σύγκριση με τις ευρωεκλογές του 2024 η διαφορά ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
Η αύξηση αυτή έχει πολιτική σημασία, επειδή δείχνει ότι η κοινωνία αντιλήφθηκε τις εκλογές ως κρίσιμες για τις μελλοντικές ισορροπίες εξουσίας. Παράλληλα, αποκαλύπτει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτική πραγματικότητα.
Για πολλά χρόνια υπήρχε η αντίληψη ότι η μεγάλη αποχή ευνοεί τις ακραίες ή αντισυστημικές δυνάμεις, ενώ η αυξημένη συμμετοχή ενισχύει τα συστημικά και μετριοπαθή κόμματα. Οι κυπριακές εκλογές δείχνουν ότι αυτή η σχέση γίνεται πλέον πολύ πιο σύνθετη.
Η μεγαλύτερη συμμετοχή βοήθησε πράγματι τα μεγάλα κόμματα να αντέξουν. Ο ΔΗΣΥ αύξησε σε απόλυτους αριθμούς τις ψήφους του και το ΑΚΕΛ απέκτησε νέους ψηφοφόρους. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, ενισχύθηκαν και το ΕΛΑΜ και νέα αντισυστημικά σχήματα.
Αυτό σημαίνει ότι στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες ο αντισυστημισμός δεν εκφράζεται μόνο μέσω της αποχής. Εκφράζεται όλο και περισσότερο μέσω ενεργητικής πολιτικής συμμετοχής. Οι πολίτες δεν αποσύρονται απαραίτητα από την πολιτική διαδικασία. Συχνά συμμετέχουν ακριβώς για να αμφισβητήσουν το υπάρχον σύστημα εκπροσώπησης.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα. Η κυπριακή εμπειρία δείχνει ότι η αύξηση της συμμετοχής δεν συνεπάγεται αυτόματα επιστροφή στην παλιά πολιτική κανονικότητα. Σε περιόδους κρίσης εμπιστοσύνης, μπορεί να ενισχύονται ταυτόχρονα και οι δυνάμεις της σταθερότητας και οι δυνάμεις της αμφισβήτησης.
Ακριβώς αυτή η διπλή δυναμική φαίνεται να διαμορφώνει πλέον το νέο ευρωπαϊκό πολιτικό μοτίβο. Τα παραδοσιακά κόμματα εξακολουθούν να διαθέτουν μηχανισμούς, θεσμική εμπειρία και κοινωνικές ρίζες. Ταυτόχρονα όμως, νέα ρεύματα πολιτικής έκφρασης αποκτούν μόνιμη παρουσία, εκμεταλλευόμενα την κόπωση απέναντι στις ελίτ, τη διάχυτη ανασφάλεια και την αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να παράγει πειστικές απαντήσεις.