Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αλλάζει την εξίσωση στην Ανατολική Μεσόγειο
Η συμφωνία Ελλάδας και Ισραήλ ολοκληρώνει μια επταετή στρατηγική προσέγγιση που ενισχύει την ελληνική αμυντική ικανότητα
Η συμφωνία Ελλάδας και Ισραήλ ολοκληρώνει μια επταετή στρατηγική προσέγγιση που ενισχύει την ελληνική αμυντική ικανότητα, συνδέει άμυνα και ενέργεια και προσθέτει νέα δεδομένα στον συσχετισμό ισχύος με την Τουρκία
Η συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί το πιο ώριμο αποτέλεσμα μιας πορείας που επιταχύνθηκε μετά το 2019 και μέσα σε επτά χρόνια μετέτρεψε την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία σε σχέση με πραγματικό στρατηγικό περιεχόμενο. Η Καλαμάτα, τα Heron, οι Spike, οι κοινές ασκήσεις, η συνεργασία στην αμυντική καινοτομία και πλέον η πολυεπίπεδη αεράμυνα συγκροτούν μια αλυσίδα επιλογών με βάθος χρόνου, η οποία έχει ξεπεράσει προ πολλού το επίπεδο της πολιτικής συνεννόησης.
Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία επειδή οι σχέσεις μεταξύ κρατών αποκτούν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα όταν συνδέονται με υποδομές, εξοπλισμούς, συμβάσεις υποστήριξης, εκπαίδευση και παραγωγικές δυνατότητες που δημιουργούν συμφέροντα διάρκειας. Η συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ έχει πλέον φτάσει σε αυτό το σημείο. Οι δύο χώρες έχουν επενδύσει σε τομείς που αφορούν άμεσα την ασφάλειά τους και έχουν δημιουργήσει δεσμούς που δύσκολα ανατρέπονται από μια συγκυριακή μεταβολή στις περιφερειακές ισορροπίες.
Η εξέλιξη φαίνεται καθαρά εάν συγκριθεί η σημερινή κατάσταση με την περίοδο κατά την οποία το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας συζήτησης περιστρεφόταν γύρω από τον EastMed. Τότε το βάρος της σχέσης στηριζόταν κυρίως στην προσδοκία ενός μεγάλου ενεργειακού έργου. Σήμερα η συνεργασία έχει αποκτήσει πολλαπλές βάσεις, από την αεροπορική εκπαίδευση και τα μη επανδρωμένα συστήματα έως την πυραυλική άμυνα, την τεχνολογία και την ηλεκτρική διασύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» έρχεται ως κορύφωση αυτής της πορείας. Το ύψος της συμφωνίας, περίπου 3 δισ. ευρώ, έχει από μόνο του σημασία. Μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η Ελλάδα επιλέγει να ενσωματώσει στην άμυνά της μια ολόκληρη ισραηλινή φιλοσοφία αντιμετώπισης σύγχρονων απειλών, η οποία βασίζεται στη δικτύωση αισθητήρων, όπλων και συστημάτων διοίκησης.
Η νέα αεράμυνα και η αλλαγή της επιχειρησιακής εικόνας στο Αιγαίο
Το David’s Sling, το BARAK MX, το SPYDER, τα ραντάρ MMR, οι δυνατότητες αντιμετώπισης drones και το ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου συγκροτούν μια αρχιτεκτονική που επιτρέπει την αντιμετώπιση διαφορετικών απειλών σε περισσότερα επίπεδα. Η ουσιαστική μεταβολή βρίσκεται στην ικανότητα της Ελλάδας να προστατεύει κρίσιμες υποδομές και να διατηρεί λειτουργικές βασικές στρατιωτικές δυνατότητες σε συνθήκες έντονης πίεσης.
Η προστασία αεροπορικών βάσεων, ραντάρ, κέντρων διοίκησης, αποθηκών πυρομαχικών και ενεργειακών εγκαταστάσεων περιορίζει την αποτελεσματικότητα ενός πρώτου κύματος επίθεσης και αυξάνει τις απαιτήσεις που θα είχε οποιοσδήποτε σχεδιασμός μεγάλης κλίμακας. Στο Αιγαίο αυτή η διάσταση έχει ιδιαίτερο βάρος λόγω των μικρών αποστάσεων, της διασποράς των νησιών και της εξάπλωσης μη επανδρωμένων μέσων.
Η νέα αρχιτεκτονική αποκτά αξία και επειδή επιτρέπει πιο ενιαία εικόνα του πεδίου. Η ταχεία αναγνώριση μιας απειλής και η επιλογή του κατάλληλου μέσου αναχαίτισης μπορούν να μειώσουν τον χρόνο αντίδρασης και να περιορίσουν το πλεονέκτημα που προσφέρει η γεωγραφική εγγύτητα. Σε ένα περιβάλλον όπου οι επιχειρήσεις εξαρτώνται όλο και περισσότερο από την ταχύτητα επεξεργασίας δεδομένων και τη σύνδεση διαφορετικών μέσων, το ενιαίο σύστημα διοίκησης έχει σχεδόν την ίδια βαρύτητα με τους ίδιους τους πυραύλους.
Η Τουρκία παραμένει ο βασικός παράγοντας που επηρεάζει τον ελληνικό αμυντικό σχεδιασμό, καθώς διαθέτει μεγαλύτερο πληθυσμιακό βάθος, διευρυμένη αμυντική βιομηχανία και αυξανόμενη δυνατότητα παραγωγής drones, πυραύλων, πολεμικών πλοίων και ηλεκτρονικών συστημάτων. Η ελληνική απάντηση τα τελευταία χρόνια στηρίζεται σε διαφορετική λογική, αφού επιδιώκει ποιοτική υπεροχή, προηγμένη τεχνολογία και συνεργασίες που μπορούν να καλύψουν αδυναμίες οι οποίες δύσκολα αντιμετωπίζονται με αριθμητική αύξηση δυνάμεων.
Τα Rafale, οι Belharra, τα F-35 που θα ακολουθήσουν, τα νέα όπλα ακριβείας και η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποκτούν αξία επειδή μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά. Το ζητούμενο είναι να σχηματιστεί ένα περισσότερο συνεκτικό επιχειρησιακό περιβάλλον, όπου η επιτήρηση, η προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων, η αεροπορική ισχύς και οι δυνατότητες πλήγματος θα στηρίζονται μεταξύ τους.
Το Ισραήλ λειτουργεί εδώ ως τεχνολογικός πολλαπλασιαστής ισχύος. Η εμπειρία του απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους, drones και επιθέσεις κορεσμού έχει άμεση σημασία για μια χώρα που αναζητεί τρόπους να αντισταθμίσει το αριθμητικό πλεονέκτημα της Τουρκίας. Η πρόκληση για την Αθήνα είναι να μετατρέψει τη συνεργασία σε ελληνική τεχνογνωσία, παραγωγή, συντήρηση και συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας σε συστήματα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Το καλώδιο, η Κύπρος και ο νέος γεωπολιτικός διάδρομος
Η στρατιωτική συνεργασία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος επειδή αναπτύσσεται παράλληλα με έναν ενεργειακό σχεδιασμό που ακολουθεί σχεδόν την ίδια γεωγραφική γραμμή. Ο Great Sea Interconnector φιλοδοξεί να συνδέσει το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα με την Κύπρο και στη συνέχεια με το Ισραήλ, δημιουργώντας έναν διάδρομο που αποκτά οικονομική, πολιτική και στρατηγική αξία.
Η Κύπρος βρίσκεται στο κέντρο αυτής της εξίσωσης. Η άρση της ενεργειακής της απομόνωσης και η σύνδεσή της με την Ελλάδα, με προοπτική επέκτασης προς το Ισραήλ, δίνουν στο τριμερές σχήμα ένα σταθερό υλικό υπόβαθρο. Η γεωγραφία μετατρέπεται σε υποδομή, η οποία με τη σειρά της δημιουργεί συμφέροντα που χρειάζονται προστασία και πολιτική υποστήριξη.
Για την Ελλάδα, η σημασία βρίσκεται και στη διεύρυνση του αριθμού των εμπλεκομένων. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, η γαλλική επιχειρηματική παρουσία, η κυπριακή ανάγκη για διασύνδεση και το ισραηλινό ενδιαφέρον μεταφέρουν το έργο πέρα από το στενό πλαίσιο μιας ελληνοτουρκικής διαφοράς. Όσο περισσότερα ευρωπαϊκά και περιφερειακά συμφέροντα τοποθετούνται πάνω στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε ενέργειας που θα επιχειρούσε να εμποδίσει την υλοποίησή του.
Εδώ συναντώνται η άμυνα και η ενέργεια. Τα υποθαλάσσια καλώδια, οι σταθμοί μετατροπής, τα λιμάνια και οι εγκαταστάσεις ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν κρίσιμες υποδομές που χρειάζονται προστασία σε ένα περιβάλλον όπου η ασφάλεια των δικτύων έχει αποκτήσει στρατηγική σημασία. Η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία προσφέρει στην Αθήνα τη δυνατότητα να συνδέσει την οικονομική παρουσία με αυξημένες δυνατότητες επιτήρησης και προστασίας.
Ο ίδιος σχεδιασμός έχει σημασία και για το Ισραήλ, το οποίο αποκτά μέσω Ελλάδας και Κύπρου έναν δυτικό διάδρομο προς την ευρωπαϊκή αγορά. Η Ελλάδα προσφέρει πρόσβαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεωγραφικό βάθος και ένα περιβάλλον πολιτικής σταθερότητας, στοιχεία που αποκτούν μεγαλύτερη αξία όσο η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει περιοχή έντονων ανακατατάξεων.
Η επιδείνωση των σχέσεων Ισραήλ και Τουρκίας προσθέτει βάρος σε αυτή την εξίσωση. Οι διαφωνίες γύρω από τη Γάζα και ο ανταγωνισμός στη Συρία έχουν δημιουργήσει νέα πεδία τριβής ανάμεσα στην Άγκυρα και την Ιερουσαλήμ. Η Ελλάδα αποκτά έτσι μεγαλύτερη χρησιμότητα ως σταθερός εταίρος, χωρίς να χρειάζεται να αντιμετωπίσει τη συνεργασία ως μια άτυπη αντιτουρκική συμμαχία.
Το Ισραήλ θα διαμορφώνει πάντοτε τις σχέσεις του με την Τουρκία σύμφωνα με τα δικά του συμφέροντα. Η αξία για την Ελλάδα βρίσκεται στο γεγονός ότι η ελληνοϊσραηλινή σχέση έχει αποκτήσει αυτοτελείς λόγους ύπαρξης και συνέχισε να αναπτύσσεται ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες Ιερουσαλήμ και Άγκυρα επιχειρούσαν να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους.
Από τη διαχείριση της απειλής στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος
Η βαθύτερη σημασία της «Ασπίδας του Αχιλλέα» βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται σε μια ευρύτερη μεταβολή της ελληνικής στρατηγικής. Για μεγάλο μέρος της μεταπολιτευτικής περιόδου, η εξωτερική πολιτική της χώρας καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη αντίδρασης στις τουρκικές κινήσεις. Τα τελευταία χρόνια διακρίνεται μια προσπάθεια δημιουργίας ευνοϊκότερων δεδομένων πριν εκδηλωθεί μια κρίση.
Η συμφωνία με τη Γαλλία, η βαθύτερη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συνεργασία με το Ισραήλ, οι δεσμοί με την Αίγυπτο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μαζί με τα ενεργειακά σχέδια της Ανατολικής Μεσογείου, κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Η Ελλάδα επιχειρεί να αυξήσει το στρατηγικό της βάρος συνδέοντας τη σταθερότητά της με συμφέροντα περισσότερων κρατών και δημιουργώντας υποδομές που δυσκολεύουν την αντιμετώπιση των περιφερειακών διαφορών ως καθαρά διμερών υποθέσεων.
Ο ρεαλισμός των διεθνών σχέσεων εξηγεί αυτή την πορεία ως προσπάθεια εξισορρόπησης απέναντι σε έναν ισχυρότερο περιφερειακό ανταγωνιστή. Η θεωρία της ισορροπίας απειλής προσθέτει ότι τα κράτη λαμβάνουν υπόψη την εγγύτητα, τις στρατιωτικές δυνατότητες και τις προθέσεις που αποδίδουν στους άλλους δρώντες. Η ενεργειακή διάσταση εισάγει παράλληλα τη λογική της αλληλεξάρτησης, καθώς τα δίκτυα και οι επενδύσεις μπορούν να δημιουργήσουν ευρύτερο πολιτικό ενδιαφέρον για τη διατήρηση της σταθερότητας.
Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής θα κριθεί στην εφαρμογή. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» θα χρειαστεί επαρκή αποθέματα πυρομαχικών, υψηλή διαθεσιμότητα, εκπαίδευση και ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας. Το καλώδιο πρέπει να περάσει από τον σχεδιασμό στην κατασκευή. Οι σχέσεις με το Ισραήλ χρειάζεται επίσης να συνυπάρξουν με τη διατήρηση ισχυρών δεσμών με την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο.
Εφόσον αυτά προχωρήσουν, η Ελλάδα θα έχει πετύχει κάτι βαθύτερο από μια ακόμη εξοπλιστική ενίσχυση. Θα έχει βελτιώσει την ικανότητά της να ελέγχει το επιχειρησιακό περιβάλλον στο Αιγαίο και θα έχει ενισχύσει τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο μέσα από ένα πλέγμα αμυντικών, ενεργειακών, βιομηχανικών και πολιτικών συμφερόντων.
Η ελληνοϊσραηλινή προσέγγιση, ειδικά την τελευταία επταετία αποκτά ακριβώς εδώ το ουσιαστικό της περιεχόμενο. Η Ελλάδα επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφία της σε εργαλείο ισχύος και να εντάξει την ασφάλειά της σε μια ευρύτερη περιφερειακή εξίσωση, όπου οι υποδομές, οι στρατιωτικές δυνατότητες και οι διεθνείς συνεργασίες λειτουργούν ως στοιχεία ενός ενιαίου στρατηγικού σχεδιασμού.