Η απαιτητική πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν τα νέα προσωποπαγή κόμματα
Τι δείχνει η ως τώρα πορεία της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης και της Ελπίδας για τη Δημοκρατία
Η ως τώρα πορεία της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης και της Ελπίδας για τη Δημοκρατία επιβεβαιώνει μια διαχρονική διαπίστωση της πολιτικής επιστήμης, σύμφωνα με την οποία τα προσωποπαγή κόμματα γεννιούνται εύκολα, ωριμάζουν δύσκολα και επιβιώνουν μόνο όταν μετατρέψουν το προσωπικό κύρος του ιδρυτή τους σε συλλογική πολιτική αναγκαιότητα
Οι δημοκρατίες της Δύσης διανύουν εδώ και αρκετές δεκαετίες μια περίοδο βαθιάς μετάβασης. Τα παραδοσιακά μαζικά κόμματα, τα οποία στηρίζονταν σε ισχυρές κοινωνικές ταυτότητες, σε πολυπληθείς κομματικές οργανώσεις και σε σταθερούς ιδεολογικούς δεσμούς, υποχωρούν σταδιακά απέναντι σε νέες μορφές πολιτικής εκπροσώπησης. Οι ψηφοφόροι μετακινούνται ευκολότερα από κόμμα σε κόμμα, οι παλαιές κομματικές πιστότητες εξασθενούν και η προσωπικότητα του αρχηγού αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Η πολιτική προσωποποιείται σε βαθμό που πριν από λίγες δεκαετίες θα φάνταζε αδιανόητος.
Η εξέλιξη αυτή έχει μελετηθεί εκτενώς από τη συγκριτική πολιτική επιστήμη. Η αποδυνάμωση των παραδοσιακών κοινωνικών διαιρέσεων, η κρίση εμπιστοσύνης προς τους πολιτικούς θεσμούς και η σταδιακή αποδέσμευση των πολιτών από τις ιστορικές κομματικές τους αναφορές δημιούργησαν το περιβάλλον μέσα στο οποίο ευδοκιμούν τα προσωποπαγή κόμματα. Πρόκειται για πολιτικούς οργανισμούς που γεννιούνται γύρω από την ισχυρή δημόσια εικόνα ενός προσώπου και αντλούν τη νομιμοποίησή τους περισσότερο από το προσωπικό κύρος του ιδρυτή τους παρά από την οργανωτική τους συγκρότηση.
Η ελληνική πολιτική ζωή δεν αποτελεί εξαίρεση. Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού εμφανίστηκαν μέσα σε μια περίοδο έντονης πολιτικής ρευστότητας και αξιοποίησαν, η καθεμία με διαφορετικό τρόπο, το κενό εκπροσώπησης που είχε δημιουργηθεί σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Η πρώτη φιλοδόξησε να επανασυσπειρώσει τον χώρο της ελληνικής Αριστεράς, ο οποίος είχε διασπαστεί μετά τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ. Η δεύτερη προσπάθησε να εκφράσει το ηθικό και κοινωνικό αίτημα που γεννήθηκε μετά την τραγωδία των Τεμπών και την κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς.
Η εκλογική και δημοσκοπική τους εκκίνηση υπήρξε εντυπωσιακή. Η συνέχεια αποδεικνύεται πολύ πιο απαιτητική. Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη εμφανίζει σαφή σημάδια σταθεροποίησης, χωρίς να κατορθώνει να επεκτείνει ουσιαστικά την επιρροή της πέρα από τη φυσική πολιτική της δεξαμενή. Η Ελπίδα για τη Δημοκρατία καταγράφει αισθητή υποχώρηση, καθώς η αρχική κοινωνική δυναμική εξασθενεί και οι εσωτερικές της δυσκολίες γίνονται περισσότερο ορατές.
Οι εξελίξεις αυτές εξηγούνται ευκολότερα όταν εγκαταλείψει κανείς την εύκολη λογική της καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης και στραφεί προς τη θεωρία του κομματικού φαινομένου. Οι δημοσκοπήσεις αποτελούν το αποτέλεσμα μιας βαθύτερης διαδικασίας. Οι πραγματικές αιτίες βρίσκονται συνήθως στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και λειτουργεί ένα κόμμα.
Από το χάρισμα στον θεσμό
Ο Max Weber περιέγραψε πριν από περισσότερο από έναν αιώνα ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα κάθε χαρισματικής ηγεσίας. Το προσωπικό κύρος μπορεί να εμπνεύσει, να κινητοποιήσει και να μεταβάλει τις πολιτικές ισορροπίες. Η διάρκεια, όμως, δεν παράγεται από το χάρισμα. Παράγεται από τη μετατροπή του σε θεσμό.
Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων. Ο Angelo Panebianco υποστήριξε ότι η πραγματική δοκιμασία ενός νέου πολιτικού οργανισμού είναι η θεσμοποίησή του. Δηλαδή η στιγμή κατά την οποία ο οργανισμός αποκτά αυτονομία απέναντι στον ιδρυτή του, δημιουργεί σταθερούς κανόνες λειτουργίας, διαμορφώνει συλλογικά όργανα, παράγει νέα στελέχη και παύει να εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπική απήχηση του αρχηγού.
Σχεδόν όλα τα προσωποπαγή κόμματα ακολουθούν μια παρόμοια διαδρομή. Στην πρώτη φάση οι πολίτες βλέπουν τον ιδρυτή. Στη δεύτερη αρχίζουν να παρατηρούν τα στελέχη που τον περιβάλλουν. Στην τρίτη αξιολογούν τον ίδιο τον οργανισμό. Εκεί κρίνεται η πραγματική ανθεκτικότητα ενός κόμματος.
Η μετάβαση αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ο ιδρυτής καλείται να μοιραστεί την πολιτική επιρροή που μέχρι τότε συγκέντρωνε αποκλειστικά ο ίδιος. Οι εσωτερικές διαδικασίες αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την επικοινωνιακή εικόνα. Οι προσωπικές σχέσεις αντικαθίστανται σταδιακά από θεσμικούς κανόνες. Η πολιτική εμπιστοσύνη παύει να ταυτίζεται αποκλειστικά με το πρόσωπο του αρχηγού και μεταφέρεται στον ίδιο τον οργανισμό.
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία βρίσκονται σήμερα ακριβώς μπροστά σε αυτή τη δοκιμασία. Η περίοδος της πολιτικής έκπληξης έχει ολοκληρωθεί. Οι ψηφοφόροι εξετάζουν πλέον ζητήματα που μέχρι πριν από λίγους μήνες βρίσκονταν στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης. Αναζητούν οργανωτική συνοχή, συλλογική λειτουργία, σαφείς διαδικασίες, ποιότητα στελεχών και θεσμική αξιοπιστία.
Αυτή η αλλαγή εξηγεί γιατί δύο κόμματα που ξεκίνησαν με τόσο διαφορετικές αφετηρίες εμφανίζουν σήμερα ένα κοινό χαρακτηριστικό. Αμφότερα δυσκολεύονται να υπερβούν το στάδιο της προσωποκεντρικής πολιτικής και να αποκτήσουν τα χαρακτηριστικά ενός ώριμου κομματικού οργανισμού.
Όταν οι εσωτερικές κρίσεις γίνονται δημόσιο πολιτικό μήνυμα
Η Ελπίδα για τη Δημοκρατία προσφέρει ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης. Η Μαρία Καρυστιανού εισήλθε στην πολιτική διαθέτοντας εξαιρετικά υψηλό ηθικό κύρος, το οποίο οικοδομήθηκε έξω από τους παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς. Το στοιχείο αυτό αποτέλεσε το μεγαλύτερο συγκριτικό της πλεονέκτημα. Ταυτόχρονα δημιούργησε και τη μεγαλύτερη οργανωτική πρόκληση.
Ένα κόμμα που συγκεντρώνει πρόσωπα διαφορετικών πολιτικών διαδρομών χρειάζεται ισχυρούς εσωτερικούς θεσμούς, ώστε η πολυφωνία να μετατρέπεται σε πολιτική σύνθεση. Όταν αυτοί οι θεσμοί παραμένουν αδύναμοι ή βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση, οι προσωπικές διαφωνίες αποκτούν δυσανάλογη δημοσιότητα και οι αποχωρήσεις στελεχών μετατρέπονται σε γεγονότα με ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.
Οι διαδοχικές αποχωρήσεις που σημειώθηκαν τους τελευταίους μήνες και ιδιαίτερα εκείνη του Θανάση Αυγερινού δεν επηρέασαν το κόμμα αποκλειστικά λόγω της αναγνωρισιμότητας των προσώπων. Επηρέασαν κυρίως επειδή ενίσχυσαν την εντύπωση ότι η οργανωτική συνοχή παραμένει εύθραυστη και ότι οι εσωτερικές διαφωνίες δυσκολεύονται να βρουν θεσμική διέξοδο.
Η πολιτική επιστήμη αντιμετωπίζει αυτές τις εξελίξεις ως δείκτες οργανωτικής ωριμότητας. Κάθε δημόσια αποχώρηση εκπέμπει ένα μήνυμα προς την κοινωνία σχετικά με την εσωτερική κατάσταση ενός κόμματος. Οι ψηφοφόροι, ακόμη και όταν αγνοούν τις πραγματικές αιτίες μιας σύγκρουσης, αντιλαμβάνονται ότι η δημόσια ρήξη αποτελεί ένδειξη δυσκολίας στη λειτουργία του οργανισμού. Έτσι, η εικόνα της αστάθειας παράγει συχνά μεγαλύτερη πολιτική ζημία από το ίδιο το γεγονός που την προκάλεσε.
Η στασιμότητα της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης και το όριο της προσωπικής πολιτικής
Εάν η περίπτωση της Ελπίδας για τη Δημοκρατία αναδεικνύει τις δυσκολίες της οργανωτικής συγκρότησης, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη φωτίζει ένα διαφορετικό πρόβλημα, το οποίο αφορά τη μετάβαση από την πολιτική επανεμφάνιση ενός ηγέτη στη δημιουργία ενός νέου κόμματος με αυτόνομη ταυτότητα.
Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. υπήρξε μια πολιτική κίνηση με σαφή στόχο. Ο Αλέξης Τσίπρας επιδίωξε να επανενώσει τον χώρο που είχε διασπαστεί μετά την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ και να επανασυσπειρώσει ψηφοφόρους οι οποίοι εξακολουθούσαν να θεωρούν ότι αποτελεί τη σημαντικότερη προσωπικότητα της ελληνικής Αριστεράς. Από αυτή την άποψη, η αρχική επιτυχία υπήρξε δεδομένη. Ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος επέστρεψε γύρω από τον πολιτικό που γνώριζε και εμπιστευόταν.
Η πρώτη αυτή επιτυχία δημιούργησε, όμως, μια νέα πρόκληση. Η πολιτική επιστήμη έχει δείξει ότι κάθε νέο κόμμα διαθέτει μια φυσική εκλογική δεξαμενή. Όταν αυτή προσεγγίσει τα όριά της, η περαιτέρω ανάπτυξη απαιτεί πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα που εξασφάλισαν την αρχική άνοδο. Οι πολίτες που καλείται πλέον να προσελκύσει η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη δεν αναζητούν μόνο έναν γνωστό πολιτικό αρχηγό. Αξιολογούν την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού, τη δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικής διακυβέρνησης, τη σαφήνεια του προγράμματος και την οργανωτική αξιοπιστία.
Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η μεγαλύτερη δυσκολία της ΕΛ.Α.Σ. Το κόμμα εξακολουθεί να περιστρέφεται σε μεγάλο βαθμό γύρω από τον ιδρυτή του. Η δημόσια παρουσία των στελεχών παραμένει περιορισμένη, η παραγωγή νέου πολιτικού προσωπικού βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και η συλλογική ταυτότητα του οργανισμού δεν έχει αποκτήσει την αυτονομία που απαιτείται, ώστε να λειτουργεί ανεξάρτητα από την προσωπική πολιτική διαδρομή του Αλέξη Τσίπρα.
Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η κοινωνία αξιολογεί πλέον την ΕΛ.Α.Σ. ως εν δυνάμει κόμμα εξουσίας και όχι ως πολιτική πρωτοβουλία υπό διαμόρφωση. Οι απαιτήσεις αυξάνονται αναλόγως. Οι εύλογες απορίες σχετικά με τη λειτουργία του κόμματος, τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και τη χρηματοδότησή του εντάσσονται μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο αξιολόγησης.
Η δημόσια συζήτηση που αναπτύχθηκε γύρω από τις πηγές χρηματοδότησης της ΕΛ.Α.Σ. αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πολιτικοί αντίπαλοι διατύπωσαν αιχμές και ζήτησαν διευκρινίσεις, ενώ το ίδιο το κόμμα απέρριψε τις σχετικές κατηγορίες. Μέχρι σήμερα δεν έχουν παρουσιαστεί δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν παράνομη χρηματοδότηση ή εξάρτηση από συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια η ύπαρξη μιας παρατεταμένης δημόσιας συζήτησης δείχνει ότι η ΕΛ.Α.Σ. δεν έχει ακόμη κατορθώσει να οικοδομήσει εκείνο το επίπεδο θεσμικής εμπιστοσύνης που θα έκλεινε οριστικά τέτοιου είδους ζητήματα από τον δημόσιο διάλογο.
Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά αποκλειστικά την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη. Αφορά κάθε νέο πολιτικό οργανισμό που διεκδικεί κεντρικό ρόλο στο πολιτικό σύστημα. Η εμπιστοσύνη των πολιτών οικοδομείται μέσα από τη συνέπεια, τη διαφάνεια και την προβλεψιμότητα των θεσμών. Η νομιμότητα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση. Η πολιτική αξιοπιστία προϋποθέτει κάτι ευρύτερο, δηλαδή τη διαρκή πεποίθηση της κοινωνίας ότι ο οργανισμός λειτουργεί με τρόπο ανοικτό, σταθερό και λογοδοτούμενο.
Η στασιμότητα που εμφανίζουν οι δημοσκοπήσεις αποκτά έτσι διαφορετική ερμηνεία. Δεν αποτελεί αναγκαστικά ένδειξη αποτυχίας, ούτε προαναγγέλλει μια αναπόφευκτη εκλογική υποχώρηση. Φανερώνει, όμως, ότι η δυναμική της προσωπικής επιστροφής εξαντλεί σταδιακά την αποτελεσματικότητά της και ότι η επόμενη φάση απαιτεί βαθύτερες οργανωτικές μεταβολές.
Η πολιτική αντοχή κρίνεται από τους θεσμούς και όχι από τις συγκυρίες
Η σύγχρονη πολιτική συζήτηση δίνει συχνά υπερβολική έμφαση στις δημοσκοπήσεις, στις επικοινωνιακές επιδόσεις και στις καθημερινές αντιπαραθέσεις. Η συγκριτική πολιτική επιστήμη επιμένει σε μια διαφορετική οπτική. Τα κόμματα δεν κρίνονται τελικά από τη στιγμή της ανόδου τους αλλά από την ικανότητά τους να αποκτούν διάρκεια.
Η διαπίστωση αυτή διαπερνά το έργο του Duverger, του Sartori, του Panebianco, των Katz και Mair και πολλών ακόμη μελετητών του κομματικού φαινομένου. Οι θεωρητικές τους αφετηρίες διαφέρουν, όμως συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα. Ένα κόμμα αποκτά πραγματική θέση στο πολιτικό σύστημα όταν κατορθώνει να παράγει θεσμούς ισχυρότερους από τις προσωπικότητες που το δημιούργησαν.
Από αυτή την άποψη, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία βρίσκονται σήμερα μπροστά στην ίδια ιστορική δοκιμασία, παρότι ξεκίνησαν από διαφορετικές αφετηρίες. Η πρώτη καλείται να αποδείξει ότι αποτελεί κάτι περισσότερο από την πολιτική επάνοδο του Αλέξη Τσίπρα και ότι μπορεί να εξελιχθεί σε έναν σύγχρονο, συλλογικό πολιτικό οργανισμό με νέα στελέχη, θεσμική συνέχεια και προγραμματική αυτονομία. Η δεύτερη χρειάζεται να πείσει ότι μπορεί να μετατρέψει το ισχυρό ηθικό κεφάλαιο της ιδρύτριάς της σε σταθερή κομματική δομή, η οποία θα αντέχει στις διαφωνίες, στις αποχωρήσεις και στις αναπόφευκτες πολιτικές πιέσεις.
Η κριτική προς τα δύο κόμματα δεν αφορά τις προθέσεις των ιδρυτών τους ούτε αμφισβητεί την πολιτική ή κοινωνική σημασία της εμφάνισής τους. Αφορά την απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει τις υψηλές προσδοκίες από την οργανωτική πραγματικότητα. Στην περίπτωση της ΕΛ.Α.Σ. αυτή η απόσταση εκφράζεται μέσα από τη δυσκολία παραγωγής μιας αυτόνομης κομματικής ταυτότητας. Στην περίπτωση της Ελπίδας για τη Δημοκρατία εκφράζεται μέσα από τις δημόσιες εσωτερικές κρίσεις και την αδυναμία εμπέδωσης σταθερών συλλογικών διαδικασιών.
Οι δημοκρατίες χρειάζονται νέα κόμματα, όταν οι κοινωνικές μεταβολές δημιουργούν νέα αιτήματα εκπροσώπησης. Χρειάζονται, όμως, ακόμη περισσότερο κόμματα που διαθέτουν εσωτερική δημοκρατία, θεσμική ανθεκτικότητα και ικανότητα πολιτικής ανανέωσης. Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε έναν πολιτικό οργανισμό που γεννιέται από τη συγκυρία και σε έναν οργανισμό που αποκτά ιστορική διάρκεια.
Η ελληνική εμπειρία επιβεβαιώνει με αξιοσημείωτη σαφήνεια αυτή τη διαχρονική αλήθεια. Το προσωπικό χάρισμα εξακολουθεί να κινητοποιεί πολίτες και να δημιουργεί πολιτικές ευκαιρίες. Η μακροχρόνια επιβίωση, όμως, εξακολουθεί να εξαρτάται από την ποιότητα των θεσμών. Όσο τα δύο νέα προσωποπαγή κόμματα καθυστερούν να ολοκληρώσουν αυτή τη μετάβαση, τόσο θα παραμένουν εγκλωβισμένα ανάμεσα στην επιτυχία της ίδρυσής τους και στην αβεβαιότητα της πολιτικής τους ενηλικίωσης.
Εκεί θα κριθεί τελικά και η θέση τους στην ιστορία του ελληνικού κομματικού συστήματος. Η συγκυρία τους έδωσε την ευκαιρία να αναδειχθούν σε πρωταγωνιστές. Οι θεσμοί που θα οικοδομήσουν ή θα παραλείψουν να οικοδομήσουν θα καθορίσουν εάν θα εξελιχθούν σε σταθερούς πυλώνες της πολιτικής ζωής ή εάν θα προστεθούν στον μακρύ κατάλογο των προσωποπαγών κομμάτων που γεννήθηκαν με μεγάλες προσδοκίες και εξάντλησαν τη δυναμική τους πριν προλάβουν να αποκτήσουν πραγματικό θεσμικό βάθος.