Η Αμερική μετάνιωσε. Μέχρι να ξαναξεχάσει
Οι Αμερικανοί αποδοκίμασαν τον Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η χώρα επέστρεψε στη λογική. Ούτε ότι οι Δημοκρατικοί βρήκαν ξαφνικά τον δρόμο τους
Υπάρχει μια σχεδόν συγκινητική αισιοδοξία με την οποία ορισμένοι αναλυτές υποδέχονται τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Δημοκρατικοί ανακτούν τον έλεγχο του Κογκρέσου, οι Ρεπουμπλικανοί υφίστανται μια ηχηρή ήττα και ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με την πρώτη μεγάλη εκλογική αποδοκιμασία της δεύτερης θητείας του.
Επιστροφή στον ορθολογισμό, λοιπόν; Θα ήθελα πολύ να το πιστέψω.
Μόνο που η πραγματικότητα είναι μάλλον λιγότερο ρομαντική.
Οι Αμερικανοί δεν ανακάλυψαν ξαφνικά τη σημασία των δημοκρατικών θεσμών, του πολιτικού πολιτισμού ή της σοβαρής διακυβέρνησης. Πρωτίστως ανακάλυψαν ότι οι λογαριασμοί εξακολουθούν να έρχονται, οι τιμές να αυξάνονται και οι μεγαλοστομίες του Λευκού Οίκου δεν πληρώνουν το σούπερ μάρκετ.
Και κάπως έτσι, ο άνθρωπος που υποσχέθηκε να κάνει ξανά μεγάλη την Αμερική κατάφερε, μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια, να υπενθυμίσει στους πολίτες της πόσο ακριβό μπορεί να αποδειχθεί το τίμημα του πολιτικού τυχοδιωκτισμού.
Η δεύτερη θητεία Τραμπ χαρακτηρίζεται από μια διαρκή σύγχυση μεταξύ προσωπικής επιβολής και κρατικής διακυβέρνησης. Εμπορικές συγκρούσεις, δασμολογικοί πειραματισμοί, θεσμικές αντιπαραθέσεις και μια εξωτερική πολιτική που συχνά θυμίζει επίδειξη ισχύος χωρίς σαφές στρατηγικό τέλος. Ο πόλεμος με το Ιράν προστέθηκε σε μια ήδη επιβαρυμένη πραγματικότητα.
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι απλώς ότι ο Τραμπ λαμβάνει αμφιλεγόμενες αποφάσεις. Είναι ότι αντιμετωπίζει τη διαφωνία ως εχθρό, τους θεσμούς ως εμπόδιο και την πολιτική ευθύνη ως κάτι που αφορά αποκλειστικά τους άλλους.
Και τώρα έρχεται το πραγματικά ανησυχητικό ερώτημα: πώς διαχειρίζεται την ήττα ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται ακόμη και να αναγνωρίσει την έννοιά της;
Το 2020 μάς έδωσε μια εξαιρετικά επικίνδυνη απάντηση. Η αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος και όσα ακολούθησαν στο Καπιτώλιο δεν αποτελούν μια ασήμαντη παρένθεση της αμερικανικής ιστορίας.
Σήμερα, απέναντι σε ένα εχθρικό Κογκρέσο, ο Τραμπ διατηρεί την προεδρική εξουσία και αρκετά θεσμικά εργαλεία σύγκρουσης. Ήδη επισείει το προεδρικό βέτο και επιχειρεί να αποσυνδέσει τον εαυτό του από την ήττα των Ρεπουμπλικανών.
Ο φόβος δεν είναι ότι θα επαναληφθεί αναγκαστικά το 2020. Είναι ότι η επόμενη διετία μπορεί να μετατραπεί σε μια παρατεταμένη θεσμική αντιπαράθεση, με απρόβλεπτες συνέπειες για τις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο.
Από την άλλη πλευρά, ας μη βιαστούμε να ανακηρύξουμε τους Δημοκρατικούς σωτήρες της αμερικανικής δημοκρατίας.
Το ότι κέρδισαν απέναντι στον Τραμπ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έπεισαν για τον εαυτό τους.
Παραμένουν ένα κόμμα με σοβαρό έλλειμμα ηγεσίας, αντιφατικά πολιτικά μηνύματα και αξιοσημείωτη δυσκολία να διαμορφώσει ένα συνεκτικό όραμα για την επόμενη ημέρα. Η εκλογική αποδοκιμασία μιας κυβέρνησης δεν αποτελεί αυτομάτως ψήφο εμπιστοσύνης στην αντιπολίτευση.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παγίδα. Αν οι Δημοκρατικοί θεωρήσουν ότι η αντιτραμπική ψήφος αρκεί για να τους εξασφαλίσει το μέλλον, κινδυνεύουν να επαναλάβουν τα ίδια λάθη που επέτρεψαν στον Τραμπ να επιστρέψει στον Λευκό Οίκο.
Όσο για τον αμερικανικό λαό, θα μου επιτραπεί μια μάλλον αντιδημοφιλής διαπίστωση.
Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι έμαθε κάτι.
Μιλάμε για μια κοινωνία που γνώρισε τον Τραμπ, τον καταψήφισε, βίωσε την επίθεση στο Καπιτώλιο και τελικά τον επανέφερε στην εξουσία το 2024. Μια κοινωνία βαθιά πολωμένη, στην οποία η πολιτική ταυτότητα συχνά υπερισχύει των γεγονότων και η οργή υποκαθιστά την κρίση.
Ασφαλώς, εκατομμύρια Αμερικανοί αντιστάθηκαν σταθερά σε αυτή την πορεία. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το πρόβλημα μιας δημοκρατίας που μοιάζει να χρειάζεται επανειλημμένα να αγγίξει τα όριά της για να αναζητήσει την ισορροπία της.
Ίσως, τελικά, οι χθεσινές εκλογές να μην αποτελούν επιστροφή στη λογική, αλλά απλώς μια προσωρινή αντίδραση στις συνέπειες της απουσίας της.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να κουράζεσαι από τα λάθη σου και εντελώς διαφορετικό να μαθαίνεις από αυτά.
Και η Αμερική, προς το παρόν, έχει αποδείξει πολύ περισσότερο το πρώτο παρά το δεύτερο.