Γιατί ο Τραμπ διάλεξε τον Καναδά για τον νέο εμπορικό του πόλεμο
Η νέα δασμολογική επίθεση της κυβέρνησης Τραμπ ξεπερνά την προεκλογική συγκυρία, καθώς πίσω από τη σύγκρουση βρίσκεται η προσπάθεια αναδιοργάνωσης της βορειοαμερικανικής οικονομίας, ο έλεγχος στρατηγικών πρώτων υλών και η μετατροπή της αμερικανικής αγοράς σε εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης.
Η επιστροφή του εμπορικού πολέμου ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά μοιάζει, με μια πρώτη ανάγνωση, παράδοξη, καθώς οι δύο χώρες διαθέτουν μία από τις στενότερες οικονομικές σχέσεις στον κόσμο, συμμετέχουν στην ίδια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου και μοιράζονται βαθιά ενοποιημένες παραγωγικές αλυσίδες. Η αυτοκινητοβιομηχανία, η ενέργεια και μεγάλο μέρος της μεταποίησης λειτουργούν εδώ και δεκαετίες μέσα σε έναν βορειοαμερικανικό χώρο στον οποίο τα σύνορα έχουν μικρότερη οικονομική σημασία από όση υποδηλώνει ο πολιτικός χάρτης.
Αυτή ακριβώς η πυκνότητα των σχέσεων εξηγεί γιατί η επιλογή του Καναδά έχει ιδιαίτερη σημασία. Για τον Ντόναλντ Τραμπ οι δασμοί έχουν εξελιχθεί σε εργαλείο διαπραγμάτευσης, μέσο βιομηχανικής πολιτικής και μορφή οικονομικού εξαναγκασμού, μέσω της οποίας η Ουάσιγκτον επιχειρεί να μετατρέψει το μέγεθος της αμερικανικής αγοράς σε πολιτική ισχύ.
Η βασική παραδοχή αυτής της στρατηγικής είναι σχετικά απλή. Όποια χώρα εξαρτά μεγάλο μέρος των εξαγωγών της από τις ΗΠΑ έχει περισσότερα να χάσει από μια παρατεταμένη εμπορική σύγκρουση, καθώς η αμερικανική οικονομία διαθέτει μεγαλύτερη εσωτερική αγορά και περισσότερες δυνατότητες απορρόφησης του κόστους. Η Ουάσιγκτον μπορεί έτσι να αυξάνει την πίεση μέχρι τη στιγμή κατά την οποία η άλλη πλευρά θα θεωρήσει μια συμφωνία προτιμότερη από τη συνέχιση της αντιπαράθεσης.
Σε αυτή τη λογική εντάσσονται οι υψηλοί δασμοί, οι συνεχείς απειλές για νέες επιβαρύνσεις και οι ημερομηνίες εφαρμογής που μετακινούνται. Η μέθοδος δημιουργεί σκόπιμα αβεβαιότητα, η οποία επηρεάζει τις επενδυτικές αποφάσεις πολύ πριν εφαρμοστεί ένας δασμός, γεγονός που επιτρέπει στην απειλή να παράγει οικονομικά αποτελέσματα ακόμη και όταν το μέτρο τελικά ανασταλεί.
Η ασυμμετρία που καθιστά τον Καναδά ευάλωτο
Ο Καναδάς συγκεντρώνει σχεδόν όλες τις προϋποθέσεις που κάνουν αυτή τη στρατηγική αποτελεσματική, καθώς περίπου επτά στα δέκα δολάρια των εξαγωγών του κατευθύνονται προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων η αμερικανική αγορά αποτελεί ουσιαστικά τη βασική εξαγωγική τους διέξοδο, ενώ η γεωγραφία και οι εμπορικές συμφωνίες των τελευταίων δεκαετιών έχουν δημιουργήσει μια σχέση από την οποία η καναδική οικονομία δύσκολα μπορεί να αποσυνδεθεί γρήγορα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται τον Καναδά σε κρίσιμους τομείς, διαθέτουν όμως πολύ μεγαλύτερη οικονομία και περισσότερες εναλλακτικές επιλογές. Ο Καναδάς έχει οικοδομήσει μεγάλο τμήμα της παραγωγικής του δομής πάνω στην προϋπόθεση ότι η αμερικανική αγορά θα παραμένει ανοιχτή και προβλέψιμη, επομένως μια αιφνίδια αλλαγή των όρων πρόσβασης επηρεάζει άμεσα επιχειρήσεις, επενδύσεις και απασχόληση.
Αυτή η ασυμμετρία δημιουργεί τη διαπραγματευτική ισχύ που επιδιώκει να αξιοποιήσει ο Τραμπ. Ένας αμοιβαίος δασμός 50% έχει διαφορετικές συνέπειες για κάθε οικονομία, ενώ η πίεση γίνεται ακόμη ισχυρότερη όταν μεταφέρεται από το εμπόριο στις επενδύσεις. Μια αυτοκινητοβιομηχανία που αποφασίζει σήμερα πού θα τοποθετήσει ένα νέο εργοστάσιο θα λάβει σοβαρά υπόψη την πιθανότητα υψηλών δασμών στα προϊόντα που παράγονται στον Καναδά, γεγονός που αυξάνει την ελκυστικότητα μιας επένδυσης στο Μίσιγκαν, στο Οχάιο ή στο Τενεσί.
Με αυτόν τον τρόπο, η αβεβαιότητα μετατρέπεται σε εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής, αφού η απειλή των δασμών μπορεί να επηρεάζει τον τόπο εγκατάστασης νέων παραγωγικών μονάδων χωρίς να απαιτείται πάντοτε η άμεση εφαρμογή των μέτρων.
Πετρέλαιο, ουράνιο και κρίσιμα ορυκτά
Η οικονομική εξάρτηση εξηγεί γιατί ο Καναδάς μπορεί να πιεστεί, ενώ η αξία των φυσικών του πόρων εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον έχει λόγο να ασκήσει αυτή την πίεση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισάγουν καθημερινά εκατομμύρια βαρέλια καναδικού αργού, ενώ πολλά διυλιστήρια στις Μεσοδυτικές Πολιτείες έχουν αναπτυχθεί ώστε να επεξεργάζονται το βαρύ πετρέλαιο που προέρχεται από τον βόρειο γείτονά τους.
Ο Καναδάς αποτελεί επίσης κορυφαίο προμηθευτή ουρανίου για την αμερικανική πυρηνική βιομηχανία και κυριαρχεί στις αμερικανικές εισαγωγές ποτάσας, η οποία είναι απαραίτητη για την παραγωγή λιπασμάτων. Στην ίδια εικόνα εντάσσονται το νικέλιο, ο χαλκός, ο γραφίτης, ο ψευδάργυρος και άλλα υλικά που χρησιμοποιούνται στις μπαταρίες, στην αμυντική βιομηχανία και στα ενεργειακά συστήματα.
Οι συγκεκριμένες πρώτες ύλες αποκτούν μεγαλύτερη σημασία καθώς η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει την κινεζική παρουσία στις στρατηγικές εφοδιαστικές αλυσίδες. Η Κίνα διαθέτει δεσπόζουσα θέση στην επεξεργασία πολλών κρίσιμων ορυκτών και μεγάλη παραγωγική ισχύ στις μπαταρίες και στα ηλεκτρικά οχήματα, επομένως ο έλεγχος των βορειοαμερικανικών αποθεμάτων συνδέεται πλέον άμεσα με την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και οι αμερικανικές απαιτήσεις για μεγαλύτερη πρόσβαση σε καναδικά κρίσιμα ορυκτά. Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να επιδιώκει έναν βορειοαμερικανικό χώρο στον οποίο οι στρατηγικές πρώτες ύλες, η μεταποίηση και οι τεχνολογικές αλυσίδες θα βρίσκονται υπό ισχυρότερο αμερικανικό έλεγχο, ώστε η παραγωγική ισχύς της χώρας να εξαρτάται λιγότερο από την Κίνα.
Το USMCA και η νέα αρχιτεκτονική της Βόρειας Αμερικής
Η σύγκρουση ξεπερνά τους σημερινούς δασμούς, καθώς στο βάθος βρίσκεται η αναδιαμόρφωση της συμφωνίας ΗΠΑ, Μεξικού και Καναδά και μαζί της το οικονομικό μοντέλο που αναπτύχθηκε στη Βόρεια Αμερική τις προηγούμενες δεκαετίες. Η NAFTA και στη συνέχεια το USMCA στηρίζονταν στην προβλεψιμότητα, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να κατανέμουν την παραγωγή τους ανάμεσα στις τρεις χώρες γνωρίζοντας τους βασικούς όρους πρόσβασης στην κοινή αγορά.
Η πολιτική Τραμπ μετακινεί το κέντρο βάρους προς την αμερικανική επικράτεια, καθώς η Ουάσιγκτον επιδιώκει αυστηρότερους κανόνες καταγωγής, περισσότερο αμερικανικό περιεχόμενο στα προϊόντα, μικρότερη εξάρτηση από κινεζικά εξαρτήματα και ισχυρότερα κίνητρα για εγκατάσταση εργοστασίων στις ΗΠΑ. Η συνεχής αβεβαιότητα γύρω από τους όρους του USMCA προσφέρει στον Λευκό Οίκο ένα μέσο διατήρησης της πίεσης πάνω στον Καναδά και στο Μεξικό.
Έχει σημασία και η διαφορετική στάση των δύο γειτόνων, καθώς το Μεξικό έχει ακολουθήσει περισσότερο προσαρμοστική διαπραγματευτική γραμμή, ενώ η κυβέρνηση του Μαρκ Κάρνεϊ έχει δείξει μεγαλύτερη διάθεση αντίστασης και έχει απαντήσει σε αμερικανικά μέτρα με αντίποινα. Η Ουάσιγκτον έχει έτσι ένα πρόσθετο κίνητρο να αποδείξει ότι η αντίσταση στις απαιτήσεις της συνεπάγεται οικονομικό κόστος.
Το μήνυμα αυτό απευθύνεται και πέρα από τη Βόρεια Αμερική, αφού παρακολουθείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και άλλους συμμάχους. Αν ένας τόσο στενός εταίρος όσο ο Καναδάς μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με δασμούς της τάξης του 50%, η πρόσβαση στην αμερικανική αγορά μετατρέπεται σταδιακά σε διαπραγματευτικό προνόμιο που η Ουάσιγκτον μπορεί να συνδέει με ευρύτερες οικονομικές και γεωπολιτικές απαιτήσεις.
Η εσωτερική πολιτική και το μεγάλο στοίχημα
Μέσα σε αυτή τη μακροπρόθεσμη στρατηγική εντάσσεται και η προεκλογική διάσταση, καθώς η αμερικανική οικονομία έχει εισέλθει σε περίοδο αυξημένης πίεσης από το κόστος ζωής, την ενέργεια και την αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας. Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου πλησιάζουν και οι Ρεπουμπλικανοί γνωρίζουν ότι η οικονομική καθημερινότητα θα αποτελέσει βασικό κριτήριο της ψήφου, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη του Τραμπ να παρουσιάσει μια πολιτική οικονομικής ισχύος και αναβιομηχάνισης.
Η σύγκρουση με τον Καναδά του προσφέρει αυτή τη δυνατότητα, επειδή μπορεί να παρουσιάσει τους δασμούς ως μέσο για τη μεταφορά εργοστασίων, επενδύσεων και θέσεων εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η χρονική διάταξη των βαρύτερων απειλών αφήνει παράλληλα χώρο για διαπραγμάτευση πριν από τις εκλογές, ώστε μια πιθανή συμφωνία να παρουσιαστεί ως αποτέλεσμα της πίεσης του Λευκού Οίκου.
Ο πολιτικός στόχος συμβαδίζει έτσι με έναν ευρύτερο οικονομικό σχεδιασμό. Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να αναδιατάξει τις παραγωγικές αλυσίδες της Βόρειας Αμερικής, να ενισχύσει τη θέση των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα, να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή πάνω στους στρατηγικούς καναδικούς πόρους και να καταστήσει σαφές ότι η πρόσβαση στην αμερικανική αγορά συνοδεύεται πλέον από οικονομικούς και πολιτικούς όρους.
Το εγχείρημα παραμένει υψηλού κινδύνου, επειδή οι δύο οικονομίες έχουν συνδεθεί τόσο βαθιά ώστε οι δασμοί σε καναδικά προϊόντα μεταφέρονται συχνά στο κόστος των αμερικανικών επιχειρήσεων. Η παρατεταμένη πίεση μπορεί επίσης να ωθήσει τον Καναδά να επιταχύνει τη διαφοροποίηση των εμπορικών του σχέσεων προς την Ευρώπη και την Ασία, περιορίζοντας σταδιακά την αμερικανική επιρροή που σήμερα επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να ασκεί τόσο ισχυρή πίεση.
Η επιτυχία της στρατηγικής θα κριθεί από το αν ο Τραμπ κατορθώσει να αποσπάσει ουσιαστικές παραχωρήσεις χωρίς να αποσταθεροποιήσει το παραγωγικό σύστημα που επιχειρεί να ενισχύσει. Ο Καναδάς βρίσκεται στο κέντρο αυτής της προσπάθειας επειδή συνδυάζει οικονομική εξάρτηση, ενεργειακούς πόρους, κρίσιμα ορυκτά και βαθιά ενσωμάτωση στην αμερικανική παραγωγή, γεγονός που τον μετατρέπει στο πιο χαρακτηριστικό πεδίο δοκιμής μιας νέας αντίληψης, σύμφωνα με την οποία η αμερικανική αγορά χρησιμοποιείται ως εργαλείο οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος.