Ελλάδα και Τουρκία μπροστά σε ένα παράθυρο επιτάχυνσης;
Η συνάντηση Μητσοτάκη και Ερντογάν, τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και η γεωπολιτική συγκυρία που περιορίζει τα περιθώρια αδράνειας
Η έκτη Σύνοδος του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας και Τουρκίας στην Άγκυρα πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές σύστημα μεταβάλλεται με ρυθμούς που καθιστούν επισφαλή κάθε σταθερή παραδοχή. Η επανεκλογή του Donald Trump ενισχύει την αίσθηση αβεβαιότητας, καθώς η προσέγγισή του στις συμμαχίες βασίζεται σε συναλλακτικές λογικές και σε ταχείες διευθετήσεις που συχνά παρακάμπτουν χρονοβόρες θεσμικές διαδικασίες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δύο γειτονικές χώρες με μακρά ιστορία εντάσεων έχουν ισχυρό κίνητρο να διαμορφώσουν οι ίδιες το πλαίσιο διαχείρισης των διαφορών τους, πριν οι όροι τεθούν από τρίτους.
Η συνάντηση του Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό αυτό το πρίσμα. Η Αθήνα επιδιώκει σταθερότητα που θα εδράζεται στο διεθνές δίκαιο, ιδίως ως προς την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Η Άγκυρα αναζητά περιθώρια αναβάθμισης του ρόλου της, ισορροπώντας ανάμεσα στη Δύση και σε εναλλακτικά κέντρα ισχύος. Η σύγκλιση συμφερόντων σε ό,τι αφορά τη μείωση του ρίσκου στο Αιγαίο δημιουργεί ένα παράθυρο, το οποίο ενδέχεται να μην παραμείνει ανοικτό για μεγάλο διάστημα.
Η πολιτική οικονομία της έντασης και η δομή των συμφερόντων
Η προσέγγιση, ωστόσο, συναντά βαθιά ριζωμένους μηχανισμούς που έχουν διαμορφωθεί επί δεκαετίες. Στρατιωτικοί και γραφειοκρατικοί θεσμοί λειτουργούν με γνώμονα την αποτροπή και την προετοιμασία για το δυσμενέστερο σενάριο, ενώ τμήματα του δημόσιου λόγου αντλούν επιρροή από τη διατήρηση της καχυποψίας. Σε συνθήκες εσωτερικής πολιτικής πόλωσης, κάθε βήμα διαλόγου μπορεί να παρουσιαστεί ως υποχώρηση, ιδίως όταν απουσιάζει ευρεία διακομματική συναίνεση.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης αποκτούν βαρύτητα, επειδή μεταβάλλουν σταδιακά τη δομή των κινήτρων. Οι επτά συμφωνίες που υπεγράφησαν στη Σύνοδο συγκροτούν ένα πλέγμα συνεργασιών, το οποίο, εφόσον αποκτήσει βάθος και συνέχεια, αυξάνει το πολιτικό και οικονομικό κόστος μιας κρίσης.
Η συνεργασία στην πολιτική προστασία και στη διαχείριση φυσικών καταστροφών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 2023, οι διασωστικές δυνάμεις των δύο χωρών βρέθηκαν στο ίδιο πεδίο επιχειρήσεων, γεγονός που καλλιέργησε απευθείας επαφές και αίσθηση κοινής ευθύνης. Όταν κρατικοί μηχανισμοί συνεργάζονται σε συνθήκες πίεσης, δημιουργούνται δίαυλοι επικοινωνίας που υπερβαίνουν τις τελετουργικές δηλώσεις και ενισχύουν την πρακτική εμπιστοσύνη.
Οι συμφωνίες για την ενίσχυση του εμπορίου, των επενδύσεων και της διασύνδεσης λιμανιών μέσω γραμμών Ro Ro προσθέτουν και μια γεωοικονομική διάσταση. Η αύξηση του όγκου συναλλαγών και η δημιουργία αλυσίδων εφοδιασμού που διασχίζουν το Αιγαίο συνδέουν επιχειρήσεις, εργαζόμενους και τοπικές κοινωνίες με τη διατήρηση της σταθερότητας. Όσο περισσότερα συμφέροντα εξαρτώνται από την ομαλή λειτουργία των σχέσεων, τόσο πιο σύνθετη καθίσταται η απόφαση για κλιμάκωση.
Παράλληλα, οι πρωτοβουλίες πολιτιστικής και εκπαιδευτικής συνεργασίας επενδύουν στο μακροπρόθεσμο επίπεδο των αντιλήψεων. Ανταλλαγές φοιτητών, κοινές καλλιτεχνικές δράσεις και επιστημονικά προγράμματα δημιουργούν εμπειρίες που υπονομεύουν στερεότυπα και περιορίζουν τη γοητεία της εθνικιστικής ρητορικής. Η μεταβολή νοοτροπιών απαιτεί χρόνο, όμως χωρίς αυτήν καμία διπλωματική πρόοδος δεν αποκτά κοινωνική ανθεκτικότητα.
Το γεωπολιτικό ρολόι και οι επιλογές της επόμενης περιόδου
Το κρίσιμο ερώτημα αφορά την αντοχή αυτού του πλέγματος συνεργασιών σε περίπτωση αιφνίδιας έντασης. Η εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ότι ένα επεισόδιο στο Αιγαίο ή μια έντονη ρητορική κλιμάκωση μπορεί να μεταβάλει ταχύτατα το κλίμα. Για τον λόγο αυτό, οι τεχνικοί μηχανισμοί αποτροπής ατυχημάτων και οι σταθεροί δίαυλοι επικοινωνίας αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς παρέχουν χρόνο και χώρο για πολιτική διαχείριση πριν η κατάσταση παγιωθεί.
Στο επίπεδο των μεγάλων εκκρεμοτήτων, η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών παραμένει ο πυρήνας της διαφοράς. Εφόσον οι δύο πλευρές επιθυμούν να μεταφέρουν τη συζήτηση σε πιο σταθερό πλαίσιο, θα μπορούσαν να εργαστούν προς μια σαφή διαδικαστική συμφωνία, η οποία, όταν ωριμάσουν οι συνθήκες, θα επιτρέψει την προσφυγή στο International Court of Justice. Η μετατόπιση της αντιπαράθεσης σε νομικό επίπεδο θα περιόριζε τον χώρο για αιφνίδιες πολιτικές πιέσεις και θα παρείχε προβλεψιμότητα. Δεν είναι το πιο πιθανό να συμβεί, αλλά αυτό θα πρέπει να είναι ο στόχος.
Η ύπαρξη της απόφασης της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης περί casus belli εξακολουθεί να βαραίνει το κλίμα. Ακόμη και χωρίς άμεση θεσμική αναθεώρηση, η σταδιακή απονεύρωσή της μέσω ρητρών μη κλιμάκωσης και σταθερής προσήλωσης στον διάλογο θα ενίσχυε την αξιοπιστία της διαδικασίας. Μια τέτοια εξέλιξη προϋποθέτει πολιτικό θάρρος, διότι αγγίζει ευαίσθητες πτυχές της εθνικής αφήγησης και στις δύο χώρες.
Η παράμετρος Τραμπ φαίνεται να λειτουργεί ως επιταχυντής. Εάν η Ουάσινγκτον επιλέξει να εμπλακεί με όρους που ευνοούν ταχείες πολιτικές διευθετήσεις, τότε η απουσία προετοιμασίας θα αυξήσει τον κίνδυνο αποφάσεων υπό πίεση. Αντιθέτως, η ύπαρξη θεσμικών δεσμών, οικονομικής αλληλεξάρτησης και λειτουργικών διαύλων επικοινωνίας θα ενισχύσει την ικανότητα της Αθήνας και της Άγκυρας να διαχειριστούν μόνες τους τις εντάσεις.
Η Ελλάδα διαθέτει αυτήν την περίοδο αξιοσημείωτη πολιτική σταθερότητα που επιτρέπει τον στρατηγικό σχεδιασμό. Η Τουρκία, αντιμετωπίζοντας πολλαπλά περιφερειακά μέτωπα, έχει συμφέρον να μειώσει την αβεβαιότητα στο δυτικό της σύνορο. Η συγκυρία προσφέρει ευκαιρία για προληπτική σταθεροποίηση, εφόσον οι ηγεσίες καταφέρουν να πείσουν τα εσωτερικά ακροατήρια ότι η αποκλιμάκωση εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον και ενισχύει τη διεθνή θέση της χώρας τους.
Η ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων διδάσκει ότι οι μεγάλες τομές προκύπτουν όταν το εξωτερικό περιβάλλον μεταβάλλεται ραγδαία και όταν οι ηγεσίες αντιλαμβάνονται εγκαίρως το μέγεθος της αλλαγής. Σήμερα, το γεωπολιτικό ρολόι κινείται ταχύτερα από τις όποιες εσωτερικές μας συνήθειες. Η αξιοποίηση του παρόντος παραθύρου απαιτεί βάθος σκέψης, θεσμική συνέπεια και προθυμία συναίνεσης για τη συνέχεια του διαλόγου προς την κατεύθυνση της λύσης στον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο με βάση το διεθνές δίκαιο, χωρίς την απειλή του casus belli.
Οι επτά συμφωνίες της Συνόδου, εφόσον υλοποιηθούν με συνέπεια και διαρκή παρακολούθηση, μπορούν να μεταβάλουν σταδιακά το πλαίσιο των κινήτρων. Η επιτυχία τους θα κριθεί στην πράξη, μέσα από την αντοχή τους σε περιόδους πίεσης και μέσα από την ικανότητά τους να δημιουργήσουν κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα υπέρ της σταθερότητας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Σε μια εποχή επιτάχυνσης, η προνοητικότητα αποτελεί στοιχείο εθνικής ισχύος. Τα μόνα που χρειάζονται είναι πολιτικό θάρρος αλλά και εθνική αυτοπεποίθηση για την υποστήριξη των επιχειρημάτων στον διάλογο, ακόμα και αν υπάρχουν διαφωνίες.