Ελλάδα και Γαλλία: Η μεγάλη αντιστροφή

Η διαφορετική οικονομική πορεία μετά το 2019, η γαλλική πολιτική κρίση και το στοίχημα της κοινωνικής σύγκλισης στην Ελλάδα.

Ελλάδα και Γαλλία: Η μεγάλη αντιστροφή
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Οι εικόνες από τη Γαλλία των τελευταίων εβδομάδων, με τις μαζικές διαδηλώσεις, τις βίαιες συγκρούσεις και την κλιμακούμενη πολιτική αντιπαράθεση, αναδεικνύουν μια κρίση με βαθύτερα χαρακτηριστικά από όσα υποδηλώνουν τα επεισόδια στους δρόμους του Παρισιού. Μια από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες, με ισχυρή βιομηχανική βάση, εκτεταμένο κοινωνικό κράτος και μακρά παράδοση πολιτικής και θεσμικής ισχύος, βρίσκεται αντιμέτωπη με τη συσσώρευση δημοσιονομικών, κοινωνικών και πολιτικών αδιεξόδων. Η σύγκρισή της με την Ελλάδα, η οποία πριν από δεκαπέντε χρόνια αποτελούσε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ευρωπαϊκής δημοσιονομικής κρίσης, παρουσιάζει πλέον ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Οι δύο χώρες εξακολουθούν να διαφέρουν ουσιαστικά ως προς την παραγωγική τους διάρθρωση, το επίπεδο ευημερίας και τη διεθνή οικονομική τους επιρροή. Ωστόσο, η εξέλιξη βασικών οικονομικών μεγεθών από το 2019 αποκαλύπτει δύο διαφορετικές πορείες, ενώ η πολιτική τους κατάσταση αναδεικνύει τη σημασία της κυβερνητικής σταθερότητας και της δυνατότητας εφαρμογής οικονομικής πολιτικής. Ταυτόχρονα, οι κοινωνικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν επιβεβαιώνουν ότι ακόμη και οι ευνοϊκότεροι μακροοικονομικοί δείκτες δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η αντιστροφή των οικονομικών δεδομένων

Τη διαφορετική πορεία των δύο οικονομιών ανέδειξε πρόσφατα ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, παραθέτοντας στοιχεία για την ανάπτυξη, το δημόσιο χρέος, τα δημοσιονομικά αποτελέσματα και την απασχόληση. Σύμφωνα με τα δεδομένα και τις εκτιμήσεις που επικαλέστηκε, η σωρευτική πραγματική αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ μεταξύ 2019 και 2026 προσεγγίζει το 13%, έναντι 6,2% στη Γαλλία. Η διαφορά είναι σημαντική, ακόμη και αν συνυπολογιστεί το χαμηλότερο σημείο εκκίνησης της ελληνικής οικονομίας έπειτα από την πολυετή κρίση.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη των δημόσιων οικονομικών. Το ελληνικό χρέος, που το 2019 ανερχόταν στο 183,2% του ΑΕΠ και κατά την πανδημία προσέγγισε το 210%, εκτιμάται, σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού, ότι θα περιοριστεί στο 136,7% το 2026. Αντίθετα, το γαλλικό χρέος, από 98,2% το 2019, κινείται πλέον κοντά στο 120%. Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 επιβεβαιώνουν τη διαφορετική κατεύθυνση, καταγράφοντας ετήσια μείωση του ελληνικού χρέους κατά 11,2 ποσοστιαίες μονάδες και αύξηση του γαλλικού κατά 3,7 μονάδες.

Η εικόνα συμπληρώνεται από τα δημοσιονομικά αποτελέσματα. Η Ελλάδα προβλέπει συνολικό πλεόνασμα 0,6% του ΑΕΠ για το 2026, ενώ η Γαλλία αντιμετωπίζει έλλειμμα που υπερβαίνει το 5%. Η διαφορά αυτή έχει άμεσες συνέπειες στην οικονομική πολιτική. Η Αθήνα διαθέτει περιθώρια για φορολογικές ελαφρύνσεις και στοχευμένες παρεμβάσεις, τηρώντας παράλληλα τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Το Παρίσι υποχρεώνεται να αναζητήσει πρόσθετα έσοδα και περιορισμό δαπανών, σε μια συγκυρία έντονων κοινωνικών αντιδράσεων.

Η σύγκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της προηγούμενης δεκαετίας. Η Ελλάδα, έχοντας βιώσει τις συνέπειες της δημοσιονομικής εκτροπής, της ύφεσης και της απώλειας εμπιστοσύνης, έχει προχωρήσει σε μια εκτεταμένη διαδικασία οικονομικής προσαρμογής. Η Γαλλία, χωρίς να αντιμετωπίζει συνθήκες αντίστοιχες με την ελληνική κρίση, βλέπει σήμερα τους δημοσιονομικούς περιορισμούς να επηρεάζουν ολοένα περισσότερο τις πολιτικές της επιλογές.

Το γαλλικό αδιέξοδο και η κοινωνική έκρηξη

Η σημερινή γαλλική κρίση οφείλεται στη σύμπτωση οικονομικής επιβράδυνσης, κοινωνικής δυσαρέσκειας και πολιτικής δυσλειτουργίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη μόλις 0,8% για το 2026, ενώ η αύξηση του δημόσιου χρέους και του κόστους δανεισμού περιορίζει τις δυνατότητες δημοσιονομικών παρεμβάσεων.

Η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί έχει παρουσιάσει σχέδιο προϋπολογισμού για το 2027 που περιλαμβάνει μέτρα δημοσιονομικής εξοικονόμησης ύψους 54 δισ. ευρώ. Οι προτεινόμενες παρεμβάσεις σε φορολογικές ελαφρύνσεις, συντάξεις και δαπάνες υγείας προκαλούν αντιδράσεις, ενώ η απουσία σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας καθιστά αβέβαιη την έγκρισή τους.

Παράλληλα, η κοινωνική ένταση έχει αποκτήσει πρωτοφανή έκταση για τα πρόσφατα δεδομένα της χώρας. Στις 24 Οκτωβρίου, περίπου 410.000 πολίτες διαδήλωσαν σύμφωνα με το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών, ενώ τα συνδικάτα υπολόγισαν τη συμμετοχή σε σχεδόν 800.000. Οι κινητοποιήσεις, που ξεκίνησαν από μαθητικές διεκδικήσεις για εκπαιδευτικό προσωπικό και σχολικές υποδομές, διευρύνθηκαν σε αιτήματα σχετικά με το κόστος ζωής, τα εισοδήματα και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών.

Τα εκτεταμένα επεισόδια, οι καταστροφές και οι συγκρούσεις με την αστυνομία πρόσθεσαν στο κοινωνικό πρόβλημα μια σοβαρή διάσταση δημόσιας ασφάλειας. Η προστασία της ειρηνικής διαμαρτυρίας και η αντιμετώπιση της βίας αποτελούν παράλληλες υποχρεώσεις του δημοκρατικού κράτους, χωρίς η μία να μπορεί να υποκαταστήσει την άλλη.

Το γαλλικό πρόβλημα έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά φαύλου κύκλου. Οι δημοσιονομικές δυσκολίες επιβάλλουν περιορισμούς, οι περιορισμοί τροφοδοτούν κοινωνικές αντιδράσεις και οι αντιδράσεις δυσχεραίνουν την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής. Η πολιτική αβεβαιότητα επιβαρύνει περαιτέρω την εμπιστοσύνη, ενώ το κράτος καλείται να ανταποκριθεί σε αυξανόμενες απαιτήσεις με περιορισμένα πρόσθετα μέσα.

Η πολιτική διάσταση και τα όρια του μακρονικού Κέντρου

Η κρίση της Γαλλίας συνδέεται και με τη μεταβολή του πολιτικού της συστήματος. Η άνοδος του Εμανουέλ Μακρόν το 2017 στηρίχθηκε στην υπέρβαση της παραδοσιακής αντιπαράθεσης Σοσιαλιστών και Ρεπουμπλικανών. Το νέο πολιτικό εγχείρημα συγκέντρωσε φιλοευρωπαϊκές, μεταρρυθμιστικές και μετριοπαθείς δυνάμεις, επιτυγχάνοντας αρχικά σημαντική εκλογική και κοινοβουλευτική ισχύ.

Ωστόσο, η προσωπική κυριαρχία του Μακρόν δεν συνοδεύτηκε από την αντίστοιχη εδραίωση ενός αυτόνομου, συνεκτικού κομματικού φορέα, ικανού να διατηρεί ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία και να εξασφαλίζει την πολιτική του διαδοχή. Οι πρόωρες εκλογές του 2024 επιτάχυναν τον κατακερματισμό της Εθνοσυνέλευσης, αφήνοντας τις κυβερνήσεις χωρίς αυτοδύναμη πλειοψηφία.

Η διαίρεση ανάμεσα στον Εθνικό Συναγερμό της Μαρίν Λεπέν, τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς υπό τον Ζαν-Λικ Μελανσόν και τα επιμέρους κόμματα του μετριοπαθούς χώρου περιορίζει τις δυνατότητες σταθερών συναινέσεων. Καθώς πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές του 2027, οι αντιπαραθέσεις αποκτούν εντονότερα εκλογικά χαρακτηριστικά, δυσχεραίνοντας τις αναγκαίες δημοσιονομικές συμφωνίες.

Εδώ εντοπίζεται μια ουσιαστική διαφορά με την Ελλάδα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε επίσης τη διεύρυνση προς το πολιτικό Κέντρο, αξιοποιώντας όμως έναν ήδη εδραιωμένο κομματικό οργανισμό, τη Νέα Δημοκρατία, με ιστορική συνέχεια, τοπικές δομές και σταθερή κοινωνική παρουσία. Η κοινοβουλευτική αυτοδυναμία επιτρέπει στην κυβέρνηση να υλοποιεί την πολιτική της χωρίς την ανάγκη συνεχών συμφωνιών με ανταγωνιστικά κόμματα.

Η δυνατότητα αυτή αποτελεί σημαντικό στοιχείο θεσμικής και δημοσιονομικής προβλεψιμότητας. Δεν αναιρεί τη φθορά της κυβέρνησης ούτε τις απαιτήσεις για αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση. Αναδεικνύει, ωστόσο, πόσο διαφορετικές μπορεί να είναι οι δυνατότητες αντιμετώπισης οικονομικών προβλημάτων όταν υφίσταται σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Η νέα γενιά και τα όρια της οικονομικής προόδου

Η πιο ενδιαφέρουσα κοινωνική διάσταση της σύγκρισης αφορά τις προοπτικές των νέων. Τον Αύγουστο του 2026, σύμφωνα με τη Eurostat, η γενική ανεργία διαμορφώθηκε στο 7,4% στην Ελλάδα, έναντι 8,2% στη Γαλλία. Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η διαφορά στην ανεργία των νέων κάτω των 25 ετών, με 15,6% στην Ελλάδα και 20,6% στη Γαλλία.

Για μια χώρα που το 2019 αντιμετώπιζε εξαιρετικά υψηλή ανεργία, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες, η μεταβολή αυτή έχει ουσιαστική κοινωνική σημασία. Η αύξηση της απασχόλησης περιορίζει τον αποκλεισμό από την αγορά εργασίας και δημιουργεί δυνατότητες οικονομικής ανεξαρτησίας.

Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσονται συγκεκριμένες κυβερνητικές παρεμβάσεις, όπως ο μηδενισμός του φόρου εισοδήματος για νέους έως 25 ετών στα πρώτα 20.000 ευρώ, η επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας, η ενίσχυση του φοιτητικού στεγαστικού επιδόματος και τα προγράμματα χρηματοδότησης της πρώτης κατοικίας. Πρόκειται για μέτρα που επιχειρούν να συνδέσουν τη δημοσιονομική πρόοδο με την καθημερινότητα των νεότερων ηλικιών.

Εντούτοις, η βελτίωση της απασχόλησης αποτελεί μόνο μία πλευρά της πραγματικότητας. Οι χαμηλές αποδοχές, το υψηλό κόστος κατοικίας και οι δυσκολίες δημιουργίας οικογένειας εξακολουθούν να περιορίζουν τις επιλογές πολλών νέων στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 26,4% του ελληνικού πληθυσμού αντιμετώπιζε υπέρμετρη στεγαστική επιβάρυνση, διαθέτοντας τουλάχιστον το 40% του εισοδήματός του για στεγαστικές δαπάνες.

Η γαλλική οικονομία, παρά τις σημερινές δυσκολίες, διατηρεί υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα, ισχυρότερη παραγωγική βάση και εκτεταμένες κοινωνικές υποδομές. Διαθέτει σημαντική παρουσία στην αεροναυπηγική, την πυρηνική ενέργεια, την έρευνα και τη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας. Αντίστοιχα, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει χαμηλή παραγωγικότητα, επενδυτικές ανάγκες, δημογραφική συρρίκνωση και εξάρτηση από ορισμένους οικονομικούς κλάδους.

Επομένως, η ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη δεν συνεπάγεται αυτομάτως υψηλότερο επίπεδο ευημερίας. Η σύγκλιση απαιτεί μεγαλύτερους πραγματικούς μισθούς, προσιτή κατοικία, ποιοτική εκπαίδευση και δημόσιες υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πολιτών.

Το ευρωπαϊκό μήνυμα και η ελληνική προοπτική

Η σύγκριση Ελλάδας και Γαλλίας έχει ιδιαίτερη σημασία και για το ευρωπαϊκό μέλλον. Αναδεικνύει τις δυσκολίες που δημιουργούνται όταν η δημοσιονομική πολιτική, η κοινωνική συνοχή και η κυβερνητική σταθερότητα παύουν να λειτουργούν συμπληρωματικά.

Η ελληνική οικονομία έχει πραγματοποιήσει σημαντική πρόοδο στην αποκατάσταση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας, στη μείωση του χρέους και στην ενίσχυση της απασχόλησης. Η πρόοδος αυτή συνδέεται με τις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών, τη δημοσιονομική διαχείριση, την αύξηση των εσόδων και την αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων. Παράλληλα, η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας και η σταδιακή ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης καθιστούν ακόμη σημαντικότερη τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής.

Η Γαλλία, από την πλευρά της, διαθέτει οικονομικές και θεσμικές δυνατότητες που δεν έχουν εκλείψει. Η αντιμετώπιση των σημερινών αδιεξόδων της προϋποθέτει δημοσιονομικές αποφάσεις, πολιτικές συνεννοήσεις και αποτελεσματικές απαντήσεις στις κοινωνικές απαιτήσεις. Για την Ελλάδα, μια ισχυρή και σταθερή Γαλλία παραμένει σημαντικός ευρωπαϊκός και στρατηγικός εταίρος.

Το ουσιαστικό δίδαγμα βρίσκεται στη σχέση οικονομικών αποτελεσμάτων και πολιτικής νομιμοποίησης. Η δημοσιονομική σταθερότητα δημιουργεί δυνατότητες άσκησης πολιτικής, ενώ η κοινωνική αποδοχή προϋποθέτει ότι οι δυνατότητες αυτές μετατρέπονται σταδιακά σε καλύτερες συνθήκες ζωής.

Η Ελλάδα έχει πλέον περισσότερα περιθώρια να αντιμετωπίσει προβλήματα που στο παρελθόν έμοιαζαν ανεπίλυτα. Το επόμενο ζητούμενο είναι να αξιοποιήσει αυτά τα περιθώρια για μια ουσιαστικότερη σύγκλιση εισοδημάτων, παραγωγικότητας και κοινωνικών ευκαιριών.

Η ελληνική ανάκαμψη έχει ήδη αλλάξει τη θέση της χώρας στην ευρωπαϊκή οικονομία. Η διάρκειά της και το κοινωνικό της αποτύπωμα θα κρίνουν το βάθος αυτής της αλλαγής.