Από το Ορμούζ στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, η επικίνδυνη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή

Η κρίση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν εισέρχεται σε μια νέα φάση, κατά την οποία η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, η παγκόσμια οικονομία και ο ρόλος της Ευρώπης και της Ελλάδας αποκτούν στρατηγική σημασία.

Από το Ορμούζ στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, η επικίνδυνη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή
Φωτογραφία αρχείου/ ΑΠΕ ΜΠΕ

Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η έννοια της σύγκρουσης αποκτά νέα χαρακτηριστικά και επηρεάζει ένα γεωγραφικό τόξο που εκτείνεται από τον Περσικό Κόλπο μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα. Οι τελευταίες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, οι προειδοποιήσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου και η αναβάθμιση των απειλών από τους Χούθι της Υεμένης συνθέτουν ένα περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας, μέσα στο οποίο κάθε επεισόδιο μπορεί να αποκτήσει ευρύτερες γεωπολιτικές διαστάσεις.

Η στρατηγική εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα διαφέρει αισθητά από εκείνη προηγούμενων δεκαετιών. Το Ιράν εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό αντίπαλο των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στην περιοχή, όμως η αντιπαράθεση εκδηλώνεται πλέον μέσα από ένα πολυεπίπεδο δίκτυο συμμάχων και οργανώσεων που επιτρέπουν στην Τεχεράνη να ασκεί πίεση σε διαφορετικά μέτωπα. Η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, οι σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και κυρίως οι Χούθι στην Υεμένη λειτουργούν ως κρίσιμοι παράγοντες μιας στρατηγικής που επιδιώκει να αυξήσει το κόστος για τους αντιπάλους του Ιράν χωρίς να οδηγεί αναγκαστικά σε μια άμεση πολεμική αναμέτρηση ανάμεσα σε κρατικούς στρατούς.

Αυτή η εξέλιξη έχει μεταφέρει το επίκεντρο της κρίσης από τις χερσαίες επιχειρήσεις στις θαλάσσιες συγκοινωνίες, οι οποίες αποτελούν τη βασική αρτηρία του παγκόσμιου εμπορίου και της ενεργειακής ασφάλειας.

Γιατί το Μπαμπ ελ Μαντέμπ εξελίσσεται σε νέο γεωπολιτικό επίκεντρο

Για δεκαετίες, τα Στενά του Ορμούζ αποτελούσαν το σημαντικότερο σημείο ανησυχίας κάθε φορά που οι σχέσεις της Δύσης με το Ιράν οδηγούνταν σε κρίση. Σήμερα, όμως, η προσοχή των στρατηγικών αναλυτών στρέφεται όλο και περισσότερο προς το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, το στενό πέρασμα που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και κατ’ επέκταση με τη Διώρυγα του Σουέζ.

Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Οι Χούθι έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν πυραυλικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και μέσα θαλάσσιας προσβολής που τους επιτρέπουν να πλήττουν εμπορικά πλοία σε μεγάλη απόσταση. Η δυνατότητα να προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές στη διεθνή ναυσιπλοΐα αρκεί ώστε πολλές ναυτιλιακές εταιρείες να αναζητούν εναλλακτικές διαδρομές, ακόμη και όταν δεν υπάρχει επίσημος αποκλεισμός της περιοχής.

Αυτό ακριβώς αποτελεί και τον βασικό στρατηγικό στόχο. Η δημιουργία αβεβαιότητας έχει τη δύναμη να αυξήσει τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, να παρατείνει τους χρόνους μεταφοράς και να επηρεάσει την παγκόσμια αγορά ενέργειας χωρίς να απαιτείται η διακοπή της ναυσιπλοΐας. Η επίδραση στην οικονομία μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς κάθε καθυστέρηση στη μεταφορά πετρελαίου, φυσικού αερίου ή πρώτων υλών μεταφέρεται γρήγορα στις διεθνείς τιμές.

Η προσπάθεια δημιουργίας δύο παράλληλων εστιών πίεσης, στα Στενά του Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, αποτυπώνει μια ευρύτερη στρατηγική λογική, σύμφωνα με την οποία το Ιράν επιδιώκει να πολλαπλασιάσει τα διλήμματα των αντιπάλων του και να διασπείρει τις στρατιωτικές τους δυνατότητες σε περισσότερα μέτωπα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ απέναντι στο δίλημμα της επόμενης ημέρας

Οι δημόσιες τοποθετήσεις του Ντόναλντ Τραμπ και της ισραηλινής κυβέρνησης δείχνουν ότι η στρατηγική της αποτροπής παραμένει η βασική επιλογή της Δύσης. Η Ουάσιγκτον έχει καταστήσει σαφές ότι θεωρεί το Ιράν υπεύθυνο για τις ενέργειες των Χούθι και έχει προειδοποιήσει ότι κάθε νέα επίθεση κατά της διεθνούς ναυσιπλοΐας μπορεί να προκαλέσει στρατιωτική απάντηση. Αντίστοιχα, το Ισραήλ επαναλαμβάνει ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει την αποκατάσταση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν ή των συμμάχων του.

Παρά τη σκληρή ρητορική, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η πολιτική ηγεσία των δύο χωρών γνωρίζει τις συνέπειες μιας γενικευμένης πολεμικής σύγκρουσης. Ένας ολοκληρωτικός πόλεμος θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις στον Λίβανο, στη Συρία, στο Ιράκ, στην Υεμένη και στον Περσικό Κόλπο, ενώ θα δημιουργούσε σοβαρές πιέσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και στο παγκόσμιο εμπόριο.

Η πιθανότερη εξέλιξη παραμένει η συνέχιση μιας στρατηγικής στοχευμένων επιχειρήσεων, κατά την οποία κάθε πλευρά θα επιδιώκει να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων χωρίς να υπερβαίνει το όριο που θα οδηγούσε σε μια ανεξέλεγκτη περιφερειακή ανάφλεξη. Πρόκειται για μια λεπτή ισορροπία, η οποία μπορεί να ανατραπεί από ένα μόνο σοβαρό επεισόδιο.

Η Ευρώπη αναζητά σταθερότητα μέσα σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων

Η ευρωπαϊκή προσέγγιση διαφοροποιείται αισθητά από εκείνη των βασικών πρωταγωνιστών της κρίσης, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει ήδη σημαντικές προκλήσεις που σχετίζονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία, την ενεργειακή ασφάλεια και την οικονομική ανθεκτικότητα των κρατών μελών.

Για τον λόγο αυτό, οι Βρυξέλλες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία της διεθνούς ναυσιπλοΐας και στη διατήρηση ανοικτών των εμπορικών διαδρόμων. Η ευρωπαϊκή επιχείρηση ASPIDES στην Ερυθρά Θάλασσα αποτυπώνει αυτή τη στρατηγική επιλογή. Η αποστολή της αφορά τη συνοδεία και την προστασία εμπορικών πλοίων, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος για τις θαλάσσιες μεταφορές χωρίς να δημιουργηθεί η εικόνα μιας επιθετικής στρατιωτικής εκστρατείας.

Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις γνωρίζουν ότι κάθε νέα διαταραχή στις θαλάσσιες συγκοινωνίες θα έχει άμεσες συνέπειες στην οικονομία της ηπείρου. Η αύξηση του κόστους μεταφοράς, η άνοδος των ασφαλίστρων, οι πιθανές αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και οι νέες πληθωριστικές πιέσεις αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών.

Η Ευρώπη επιδιώκει, επομένως, να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας, διατηρώντας τη συνεργασία της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ, ενώ ταυτόχρονα επενδύει στη διπλωματία και στις σχέσεις της με τις χώρες του Κόλπου.

Η Ελλάδα στο επίκεντρο των θαλάσσιων εξελίξεων

Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς η χώρα διαθέτει τον μεγαλύτερο ελληνόκτητο εμπορικό στόλο στον κόσμο και διαδραματίζει κομβικό ρόλο στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές.

Ένα μεγάλο μέρος των ελληνόκτητων πλοίων διέρχεται από την Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε αύξηση του κινδύνου επηρεάζει άμεσα τις ελληνικές ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Η παράκαμψη μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας συνεπάγεται μεγαλύτερες αποστάσεις, αυξημένη κατανάλωση καυσίμων, υψηλότερο λειτουργικό κόστος και σημαντικές καθυστερήσεις στις παραδόσεις φορτίων.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει επιλέξει μια στρατηγική που συνδυάζει τη διπλωματική δραστηριοποίηση με την αμυντική παρουσία. Η συμμετοχή στην επιχείρηση ASPIDES, η συμβολή του Πολεμικού Ναυτικού στην προστασία της εμπορικής ναυσιπλοΐας και οι συνεχείς επαφές με ευρωπαϊκούς και περιφερειακούς εταίρους δείχνουν ότι η Αθήνα αντιμετωπίζει την ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρόμων ως ζήτημα εθνικού συμφέροντος.

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα διατηρεί στενές σχέσεις με το Ισραήλ, συνεργάζεται στρατηγικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αυτή η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική επιτρέπει στην Αθήνα να συνομιλεί με διαφορετικούς περιφερειακούς παράγοντες και να ενισχύει τον ρόλο της ως δύναμης σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η ελληνική θέση αποτυπώνει μια ευρύτερη στρατηγική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, η προστασία του διεθνούς δικαίου και η αποφυγή μιας γενικευμένης πολεμικής σύγκρουσης αποτελούν αλληλένδετους στόχους.

Μια κρίση που θα διαμορφώσει τη νέα γεωπολιτική ισορροπία

Η σημερινή κρίση υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας ακόμη αντιπαράθεσης ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν. Πρόκειται για μια αναμέτρηση που επηρεάζει τις θαλάσσιες οδούς του παγκόσμιου εμπορίου, την ενεργειακή ασφάλεια, τη λειτουργία των διεθνών αγορών και τη στρατηγική ισορροπία σε ολόκληρη την ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Η διατήρηση της έντασης σε δύο κρίσιμα θαλάσσια περάσματα δημιουργεί ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο η οικονομική διάσταση αποκτά βαρύτητα αντίστοιχη με τη στρατιωτική. Η προστασία των εμπορικών διαδρόμων μετατρέπεται σε βασική προτεραιότητα για τις μεγάλες δυνάμεις, ενώ η ναυτιλία αναδεικνύεται σε πεδίο όπου κρίνεται όχι μόνο η ασφάλεια των κρατών αλλά και η ομαλή λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας. Μέσα σε αυτό το σύνθετο σκηνικό, η Ευρώπη καλείται να ενισχύσει τον ρόλο της ως παράγοντας σταθερότητας και η Ελλάδα αποκτά αυξημένη γεωπολιτική σημασία χάρη στη ναυτική της ισχύ, στη γεωγραφική της θέση και στις ισορροπημένες σχέσεις που διατηρεί με τους βασικούς περιφερειακούς παίκτες. Η πορεία των επόμενων μηνών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα όλων των εμπλεκομένων να διαχειριστούν την ένταση χωρίς να οδηγηθούν σε επιλογές που θα μετατρέψουν μια κρίση υψηλού κινδύνου σε έναν γενικευμένο πόλεμο με παγκόσμιες συνέπειες.