Από την κατάσβεση στην ανθεκτικότητα: Τι μας δίδαξε η πυρκαγιά της Δυτικής Αττικής για το AntiNero και τη νέα εποχή των δασικών πυρκαγιών

Η μεγάλη πυρκαγιά της Δυτικής Αττικής άνοιξε μια ουσιαστική συζήτηση για την αποτελεσματικότητα του προγράμματος AntiNero, για τα όρια της πρόληψης και για τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα οφείλει να προσαρμόσει τη δασική της πολιτική σε ένα θερμότερο και πιο ασταθές κλίμα.

Από την κατάσβεση στην ανθεκτικότητα: Τι μας δίδαξε η πυρκαγιά της Δυτικής Αττικής για το AntiNero και τη νέα εποχή των δασικών πυρκαγιών
ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI

Κάθε μεγάλη πυρκαγιά προκαλεί εύλογα έντονα συναισθήματα. Η αγωνία των κατοίκων, η απώλεια πολύτιμων δασικών εκτάσεων και η εικόνα των καμένων τοπίων δημιουργούν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο αναζητούνται άμεσα ευθύνες και γρήγορα συμπεράσματα. Η πυρκαγιά της Δυτικής Αττικής δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρέθηκε το πρόγραμμα AntiNero, το μεγαλύτερο πρόγραμμα προληπτικής διαχείρισης των ελληνικών δασών που έχει υλοποιηθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Το βασικό ερώτημα διατυπώθηκε με απλό τρόπο. Αφού πραγματοποιήθηκαν καθαρισμοί, δημιουργήθηκαν αντιπυρικές ζώνες και βελτιώθηκαν δασικοί δρόμοι, γιατί η φωτιά εξαπλώθηκε και προκάλεσε τόσο μεγάλες ζημιές;

Η απάντηση απαιτεί μια διαφορετική προσέγγιση. Τα έργα πρόληψης δεν μπορούν να αξιολογούνται αποκλειστικά από το γεγονός ότι εκδηλώθηκε μια μεγάλη πυρκαγιά. Η ουσιαστική αξιολόγηση αφορά το πώς εξελίχθηκε η φωτιά, πόσο μειώθηκε η έντασή της σε συγκεκριμένες περιοχές, πόσο διευκολύνθηκε η πρόσβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων και πόσο μεγάλο τμήμα του δάσους κατάφερε τελικά να διασωθεί. Η δημόσια συζήτηση χρειάζεται περισσότερα επιστημονικά δεδομένα και λιγότερες απόλυτες διαπιστώσεις, ώστε κάθε πυρκαγιά να μετατρέπεται σε εργαλείο βελτίωσης της πολιτικής προστασίας και της δασικής διαχείρισης.

Το AntiNero αποτελεί εργαλείο διαχείρισης και όχι εγγύηση αποτροπής

Το πρόγραμμα AntiNero σχεδιάστηκε με έναν σαφή στόχο. Να μειώσει την ποσότητα της καύσιμης ύλης, να ενισχύσει την πρόσβαση των επίγειων δυνάμεων και να δημιουργήσει συνθήκες που επιτρέπουν αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση μιας πυρκαγιάς. Η φιλοσοφία αυτή βασίζεται σε μια αρχή που εφαρμόζεται σε πολλές χώρες της Μεσογείου, της Βόρειας Αμερικής και της Αυστραλίας. Τα δάση που παραμένουν επί δεκαετίες χωρίς διαχείριση συσσωρεύουν μεγάλες ποσότητες ξερών κλαδιών, θάμνων και νεκρής βιομάζας, γεγονός που επιτρέπει στις πυρκαγιές να αποκτούν εξαιρετικά υψηλή ένταση.

Οι καθαρισμοί και οι αραιώσεις μειώνουν αυτό το φορτίο. Η φωτιά εξακολουθεί να μπορεί να περάσει, όμως η συμπεριφορά της συχνά μεταβάλλεται. Οι φλόγες αποκτούν χαμηλότερο ύψος, η ταχύτητα εξάπλωσης περιορίζεται και οι πυροσβεστικές δυνάμεις αποκτούν περισσότερες δυνατότητες παρέμβασης. Η εμπειρία της Δυτικής Αττικής δείχνει ότι το πρόγραμμα λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας σε αρκετά σημεία. Παράλληλα ανέδειξε ότι ακόμη και οι καλύτερες προληπτικές παρεμβάσεις έχουν φυσικά όρια όταν συνδυάζονται ακραίες θερμοκρασίες, παρατεταμένη ξηρασία και ισχυροί άνεμοι, οι οποίοι μεταφέρουν καύτρες σε μεγάλες αποστάσεις και δημιουργούν νέες εστίες πολύ μπροστά από το κύριο μέτωπο.

Η αξιολόγηση ενός τέτοιου προγράμματος χρειάζεται επομένως διαφορετικά κριτήρια. Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά το πόσο δυσκολότερη έγινε η εξάπλωση της φωτιάς σε σχέση με ένα δάσος που δεν είχε υποστεί καμία διαχείριση.

Η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τη φύση των πυρκαγιών

Η Μεσόγειος συγκαταλέγεται στις περιοχές του πλανήτη όπου οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής γίνονται ήδη αισθητές. Οι περίοδοι υψηλών θερμοκρασιών διαρκούν περισσότερο, τα επεισόδια έντονης ξηρασίας εμφανίζονται συχνότερα και η καύσιμη ύλη παραμένει εύφλεκτη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι νέες αυτές συνθήκες επηρεάζουν τη συμπεριφορά των πυρκαγιών. Πολλές εξελίσσονται πλέον με ταχύτητα που δυσκολεύει ακόμη και τα πλέον οργανωμένα συστήματα δασοπυρόσβεσης. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι, όταν οι μετεωρολογικές συνθήκες φτάσουν σε ακραία επίπεδα, η πρόληψη, η κατάσβεση και η διαχείριση του δάσους λειτουργούν ως αλληλένδετα στοιχεία μιας ενιαίας στρατηγικής.

Η πραγματικότητα αυτή μεταβάλλει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την επιτυχία. Στο παρελθόν η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από τον αριθμό των πυρκαγιών. Σήμερα μεγαλύτερη σημασία έχει η ένταση κάθε συμβάντος, η διάρκεια της εξέλιξής του και η τελική έκταση των ζημιών. Η Ελλάδα, όπως και πολλές ακόμη μεσογειακές χώρες, καλείται να προσαρμοστεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Η προσαρμογή αφορά τη δασική πολιτική, την Πολιτική Προστασία, την επιστημονική έρευνα και την τοπική αυτοδιοίκηση, ώστε κάθε κρίκος της αλυσίδας να ενισχύει τους υπόλοιπους.

Πώς μπορεί να εξελιχθεί το AntiNero

Η εμπειρία της Δυτικής Αττικής προσφέρει πολύτιμα διδάγματα για την επόμενη φάση του προγράμματος. Πρώτο ζητούμενο αποτελεί η συνεχής συντήρηση των παρεμβάσεων. Η μεσογειακή βλάστηση αναγεννάται γρήγορα και οι καθαρισμοί χρειάζονται επανάληψη, ώστε να διατηρείται χαμηλό το επίπεδο της καύσιμης ύλης. Δεύτερο ζητούμενο αφορά τη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου διαχειριζόμενων εκτάσεων. Οι αντιπυρικές ζώνες αποκτούν μεγαλύτερη αξία όταν συνδέονται μεταξύ τους και διαμορφώνουν ένα συνεχές πλέγμα μέσα στο οποίο η φωτιά χάνει σταδιακά την έντασή της. Τρίτο στοιχείο αποτελεί η στενότερη σύνδεση του προγράμματος με τη σύγχρονη τεχνολογία. Η αξιοποίηση δορυφορικών εικόνων, drones, θερμικών καμερών και συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να ενισχύσει τόσο την παρακολούθηση των δασών όσο και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των έργων.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά επίσης η επιστημονική αποτίμηση μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά. Η χαρτογράφηση των περιοχών όπου εφαρμόστηκαν παρεμβάσεις, η ανάλυση της συμπεριφοράς της φωτιάς και η σύγκριση με γειτονικές αδιαχείριστες εκτάσεις μπορούν να προσφέρουν πολύτιμη γνώση για τις επόμενες αποφάσεις. Η συνεχής αξιολόγηση επιτρέπει σε ένα πρόγραμμα να εξελίσσεται και να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες αντί να επαναλαμβάνει σταθερά τις ίδιες πρακτικές.

Η νέα φιλοσοφία της δασικής προστασίας

Η μεγαλύτερη παρακαταθήκη της πυρκαγιάς της Δυτικής Αττικής αφορά τελικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μας με τα δάση. Οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές αποτελούν φυσικό φαινόμενο στα μεσογειακά οικοσυστήματα, ενώ η κλιματική αλλαγή αυξάνει τη συχνότητα και την έντασή τους. Η πρόκληση για την πολιτεία αφορά τη μείωση των επιπτώσεων και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των οικοσυστημάτων και των τοπικών κοινωνιών.

Η έννοια της ανθεκτικότητας αποκτά πλέον κεντρική θέση. Ένα ανθεκτικό δάσος διαθέτει μικρότερη συσσώρευση καύσιμης ύλης, καλύτερη προσβασιμότητα, υγιέστερη δομή βλάστησης και περισσότερες δυνατότητες φυσικής αναγέννησης μετά από μια πυρκαγιά. Παράλληλα, μια ανθεκτική κοινωνία διαθέτει σχέδια πρόληψης, ενημερωμένους πολίτες, σύγχρονες υποδομές και υπηρεσίες που συνεργάζονται αποτελεσματικά.

Το AntiNero μπορεί να αποτελέσει βασικό πυλώνα αυτής της στρατηγικής, εφόσον αντιμετωπιστεί ως ένα διαρκώς εξελισσόμενο πρόγραμμα και όχι ως ένα έργο με ημερομηνία ολοκλήρωσης. Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από την επιστημονική τεκμηρίωση, τη σταθερή χρηματοδότηση, τη συνεργασία της Δασικής Υπηρεσίας με την Πυροσβεστική και την αξιοποίηση της εμπειρίας που αφήνει πίσω της κάθε μεγάλη πυρκαγιά.

Η Δυτική Αττική υπενθύμισε με τον πιο δύσκολο τρόπο ότι η προστασία των δασών αποτελεί μια διαρκή διαδικασία. Κάθε καλοκαίρι θα θέτει νέες προκλήσεις και κάθε μεγάλη πυρκαγιά θα δοκιμάζει τις επιλογές της πολιτείας. Το ουσιαστικό κριτήριο επιτυχίας θα αφορά την ικανότητα της χώρας να μαθαίνει από κάθε συμβάν και να μετατρέπει την εμπειρία σε καλύτερη πρόληψη, αποτελεσματικότερη διαχείριση και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι σε ένα φυσικό φαινόμενο που θα συνεχίσει να συνοδεύει τη ζωή στη Μεσόγειο για πολλές ακόμη δεκαετίες.