28 Ιουνίου: Η μέρα που οι αυταπάτες συνάντησαν τα capital controls
Το πρωί που η Ελλάδα ξύπνησε με τις τράπεζες κλειστές
Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Είναι αρκετό να τις αναφέρεις και αμέσως επιστρέφουν εικόνες που νόμιζες πως είχες αφήσει πίσω.
28 Ιουνίου 2015.
Το πρωί που η Ελλάδα ξύπνησε με τις τράπεζες κλειστές.
Για όσους σήμερα προσπαθούν να το υποβαθμίσουν ή να το παρουσιάσουν ως μια ακόμη πολιτική διαφωνία, αξίζει να θυμηθούμε τι πραγματικά σήμαινε εκείνη η ημέρα. Δεν ήταν μια δύσκολη διαπραγμάτευση. Δεν ήταν μια «σκληρή στάση». Ήταν η στιγμή που μια ολόκληρη χώρα κατάλαβε πως η εμπιστοσύνη, όταν χαθεί, δεν αποκαθίσταται με συνθήματα.
Οι εικόνες είναι ακόμη ζωντανές. Ουρές στα ΑΤΜ. Συνταξιούχοι που περίμεναν με τις ώρες για λίγα ευρώ. Επιχειρηματίες που δεν γνώριζαν αν την επόμενη ημέρα θα μπορούσαν να πληρώσουν έναν προμηθευτή ή έναν εργαζόμενο. Εισαγωγικές επιχειρήσεις που έβλεπαν τα εμπορεύματα να σταματούν στα σύνορα. Μια αγορά που λειτουργούσε με τον φόβο αντί για τη λογική.
Κι όμως, λίγες ημέρες πριν, όσοι προειδοποιούσαν ότι η χώρα οδηγείται σε αδιέξοδο βαφτίζονταν κινδυνολόγοι. Οι επιφυλάξεις θεωρούνταν σχεδόν προδοσία. Η πραγματικότητα έπρεπε να προσαρμοστεί στο αφήγημα και όχι το αντίστροφο.
Μέχρι που η πραγματικότητα χτύπησε την πόρτα.
Δεν χρειάστηκε κάποια ξένη συνωμοσία ούτε κάποιο αόρατο σχέδιο. Αρκούσε το γεγονός ότι η οικονομία δεν λειτουργεί με ευχές, ούτε οι τράπεζες με πολιτικά συνθήματα.
Το κόστος εκείνης της περιόδου δεν μετριέται μόνο σε δισεκατομμύρια. Μετριέται στην ανασφάλεια που ένιωσαν οι πολίτες, στην αγωνία των οικογενειών, στις επιχειρήσεις που δεν άντεξαν, στην αξιοπιστία που χρειάστηκε χρόνια για να αποκατασταθεί.
Κι όμως, έντεκα χρόνια μετά, υπάρχουν ακόμη πολιτικοί που αντιμετωπίζουν εκείνη την περίοδο όχι ως λάθος προς αποφυγή αλλά σχεδόν ως παράσημο. Ακόμη χειρότερα, εμφανίζονται σήμερα με το θράσος να δηλώνουν ότι «έπρεπε να τις είχαμε κλείσει εμείς».