Θεσσαλονίκη: Ένα ψηφιακό μουσείο βιομηχανικής κληρονομιάς σε 50 τ.μ. στα παλιά Σφαγεία

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ξαφνική έκδοση του theopinion.gr ΑΦΟΡΜΗ Ο Χρόνος

Θεσσαλονίκη: Ένα ψηφιακό μουσείο βιομηχανικής κληρονομιάς σε 50 τ.μ. στα παλιά Σφαγεία

Γράφει ο Γιάννης Γ. Σταύρου, Οικονομολόγος, Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Οικονομικές Σχέσεις, MA College Of Europe, Msc London School of Economics

Στα Παλαιά Σφαγεία Θεσσαλονίκης στην 26ης Οκτωβρίου, ανάμεσα σε καπνομάγαζα, παλιές αποθήκες και ίχνη μιας ξεχασμένης βιομηχανικής εποχής, στέκει ένα μικρό κτίριο μόλις πενήντα τετραγωνικών μέτρων. Κάποτε ήταν παραδοσιακό καφενείο για τους εργάτες των Σφαγείων και και των ανθρώπων του μόχθου της δυτικής Θεσσαλονίκης. Στην Κατοχή οι Γερμανοί το μετέτρεψαν σε φυλάκιο με πολυβολείο τύπου Tobruk, που σώζεται μέχρι σήμερα ως σιωπηλό απομεινάρι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τον πόλεμο  λειτούργησε ως   πατσατζίδικο, σημείο συνάντησης νυχτερινών εργαζομένων και του κόσμου του λιμανιού. Με τα χρόνια και το οριστικό κλείσιμο των Σφαγείων το 1988 έκλεισε, σιώπησε, έμεινε να θυμίζει μια εποχή όπου η δυτική Θεσσαλονίκη έσφυζε από εργοστάσια και βιοτεχνίες.

Το μικρό κέλυφος κτιρίου στα Σφαγεία δεν είναι απλώς ένας χώρος. Είναι σύμβολο. Αντανακλά τους κύκλους χρήσεων που καθρεφτίζουν την κοινωνική και βιομηχανική και την ιστορική  εξέλιξη της περιοχής: από καφενείο εργατών σε πολυβολείο και μετά  σε πατσατζίδικο, από χώρο καθημερινότητας σε κενοτάφιο μνήμης

Σήμερα, αυτό το μικρό και ταπεινό κτίριο ετοιμάζεται να μετατραπεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό: σε ένα ψηφιακό μουσείο βιομηχανικής κληρονομιάς, μίας μόνιμης ψηφιακής έκθεσης της βιομηχανίας της  Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδος.

Η σύλληψη της ιδέας ανήκει στον υπογράφοντα, ο οποίος, με την ιδιότητά του ως Εκτελεστικού Αντιπροέδρου του ΣΒΕ (Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος) αναζήτησε το 2020, τρόπους να αναδειχθεί με έναν σύγχρονο και καινοτόμο τρόπο η ιστορική πορεία της ελληνικής βιομηχανίας στους χώρους των Σφαγείων που παραχωρήθηκαν από τον Δήμο Θεσσαλονίκης, στο ΣΒΕ. Η πρωτοβουλία αυτή βρήκε από την πρώτη στιγμή θερμή υποστήριξη από τον τότε πρόεδρο του ΣΒΕ, Θανάση Σαββάκη, ο οποίος αναγνώρισε την αξία του εγχειρήματος και συνέβαλε ουσιαστικά στην πραγματοποίησή του.

Το εγχείρημα ξεχώρισε όχι μόνο για το περιεχόμενό του, αλλά και για τον ίδιο τον χαρακτήρα του: η ιδέα ότι ένα μικρό σε μέγεθος κτίριο μπορεί να «χωρέσει» και να παρουσιάσει μια τόσο μεγάλη και πολυσύνθετη ιστορία είναι από μόνη της πρωτοποριακή. Με την αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας, το κτίριο μετατρέπεται σε ζωντανό φορέα μνήμης και γνώσης, επιτρέποντας στον επισκέπτη να βιώσει ένα πολυεπίπεδο ταξίδι στη γέννηση και στο παρελθόν της βιομηχανίας στη Βόρεια Ελλάδα.

Την συνέχιση της πρωτοβουλίας ανέλαβε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό η νεοεκλεγείσα τότε πρόεδρος του ΣΒΕ, Λουκία Σαράντη και η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας που ενέταξε το έργο στις περιφερειακές χρηματοδοτήσεις.

Το νέο τεύχος είναι εδώ. Δες το τώρα!

Ψηφιακό Μουσείο: η τεχνολογία ως χρονομηχανή

Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά μουσεία, το ψηφιακό μουσείο θα βασίζεται σε εικονικές και διαδραστικές εφαρμογές, επιτρέποντας σε ένα μικρό χώρο να φιλοξενήσει τεράστιο όγκο πληροφοριών. Οι επισκέπτες δεν θα περιορίζονται από το μέγεθος του κτιρίου· η πραγματική “έκθεση” θα εκτυλίσσεται στις οθόνες, στους τοίχους προβολών και στις εφαρμογές VR.

Κεντρική θέση κατέχουν οι αφηγήσεις γύρω από τους πρωτοπόρους επιχειρηματίες της Βόρειας Ελλάδας – τους ανθρώπους που θεμελίωσαν τη βιομηχανική ανάπτυξη από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά. Φωτογραφίες, ντοκουμέντα, βιογραφικά στοιχεία και σύντομες ιστορικές αφηγήσεις συνδυάζονται για να παρουσιάσουν όχι μόνο τις προσωπικότητες, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον της εποχής. Αντίστοιχα, ιδιαίτερη σημασία δίνεται στους εργάτες και τις εργάτριες, την ανθρώπινη καρδιά της παραγωγής. Οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να ακούσουν προφορικές μαρτυρίες, να δουν αρχειακό υλικό από τη ζωή μέσα στα εργοστάσια και να αποκτήσουν μια βαθύτερη κατανόηση των συνθηκών εργασίας, της καθημερινότητας, των προσδοκιών και των δυσκολιών αυτών των ανθρώπων.

Δια χειρός συσκευασία των ζυμαρικών ΑΒΕΖ, 1951. Αρχείο Ε. Χεκίμογλου – Ε. Ρούπα.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά τμήματα του μουσείου είναι η ψηφιακή απεικόνιση της βιομηχανικής Θεσσαλονίκης μέσα στον χρόνο. Σε διαδραστικούς ιστορικούς χάρτες εμφανίζονται τα εργοστάσια που ιδρύθηκαν, μετατράπηκαν, άλλαξαν χρήση ή χάθηκαν από το βιομηχανικό τοπίο από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το 1980. Ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει την αστική και παραγωγική εξέλιξη της πόλης μέσα από μια ζωντανή χωρική αφήγηση.

Αλευρόμυλος Αλλατίνη: Κάηκε το 1898 και αναδομήθηκε το 1900. Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Παράλληλα, ένα πλούσιο ψηφιακό αρχείο περιλαμβάνει παλιές διαφημίσεις, μετοχές, οικονομικά τεκμήρια και έγγραφα που ιχνηλατούν την εμπορική γλώσσα και κουλτούρα της εποχής.

Η ΕΡΙΑ ήταν κάθετη μονάδας επεξεργασίας ερίου, «από της αρχικής του αγοράς μέχρι της παραγωγής υφασμάτων», ήδη ανώνυμη εταιρεία από το 1911.

Διαφήμιση ΑΒΕΖ

Διαφήμιση ΣΟΥΡΩΤΗ, 1962

Αν και το μουσείο θα εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, η αφήγησή του ξεπερνά τα όρια της πόλης. Το περιεχόμενο καλύπτει το πλήρες φάσμα της βιομηχανικής ιστορίας της Βόρειας Ελλάδας: τη Βέροια και τη Νάουσα της κλωστοϋφαντουργίας, τη Δράμα και την Καβάλα του καπνού, την Σίνδο και το Καλοχώρι της βαριάς βιομηχανίας. Έτσι, το μουσείο εξελίσσεται σε μια συνολική πλατφόρμα παραγωγικής μνήμης, ένα σημείο εκκίνησης για εκπαιδευτικές δράσεις, και μελλοντικά, ο χρόνος θα δείξει, ερευνητικά προγράμματα και θεματικές πολιτιστικές διαδρομές.

Με αυτό τον τρόπο, το μικρό κτίριο στα Σφαγεία μεταμορφώνεται σε έναν πυκνό πυρήνα γνώσης και ιστορίας, όπου η τεχνολογία επιτρέπει στην ιδέα ενός μουσείου να υπερβεί τα φυσικά της όρια και να αποδώσει, σε πλήρη κλίμακα, την πλούσια και πολυσύνθετη βιομηχανική κληρονομιά της Βόρειας Ελλάδας.

Για την υλοποίηση του μουσείου  τη μελέτη ,τη θεματολογία  και τη συγκέντρωση των ιστορικών τεκμηρίων καθοριστική ήταν οι συμβολή του σημαντικότερου ιστορικού επιχειρηματικότητας της Θεσσαλονίκης Ευάγγελου Χεκίμογλου και της Ευφροσύνης Ρούπα .

Σε έναν χώρο 50 τ.μ. θα χωρέσει ένα ολόκληρο παραγωγικό σύμπαν. Και αυτό ίσως είναι το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα: ότι η ιστορία μας — όταν ενώνεται με την τεχνολογία — μπορεί να αναβιώσει ακόμη και από το πιο μικρό κτίριο.