Το έντερο γνωρίζει περισσότερα για τις θερμίδες από τις ετικέτες των προϊόντων
Νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι το μικροβίωμα παίζει καθοριστικό ρόλο στην ενέργεια που απορροφά ο οργανισμός, ανοίγοντας τον δρόμο για μια διαφορετική προσέγγιση στη διατροφή και τον μεταβολισμό.
Οι θερμίδες που αναγράφονται στις συσκευασίες των τροφίμων θεωρούνται για πολλούς ο βασικός οδηγός στη διατροφή. Ωστόσο, νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η πραγματική ενέργεια που αξιοποιεί ο οργανισμός δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη σύσταση των τροφών, αλλά και από τα τρισεκατομμύρια μικροοργανισμών που κατοικούν στο έντερό μας.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα ανέπτυξαν ένα νέο μαθηματικό μοντέλο με την ονομασία DAMM (Digestion, Absorption and Microbial Metabolism), το οποίο παρακολουθεί ολόκληρη τη διαδρομή της τροφής μέσα στο πεπτικό σύστημα. Το μοντέλο υπολογίζει τι απορροφάται απευθείας από τον οργανισμό, ποιο μέρος της τροφής καταλήγει στο παχύ έντερο και με ποιον τρόπο το μικροβίωμα μετατρέπει τα υπολείμματα σε ουσίες που μπορούν επίσης να αξιοποιηθούν ενεργειακά.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η πέψη δεν αποτελεί αποκλειστικά λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού, αλλά μια πολύπλοκη συνεργασία ανάμεσα στο σώμα και τη μικροβιακή κοινότητα του εντέρου. Η νέα αυτή προσέγγιση εκτιμάται ότι μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση της παχυσαρκίας, του διαβήτη και άλλων μεταβολικών νοσημάτων, καθώς εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η διατροφή επηρεάζει τόσο τον ανθρώπινο μεταβολισμό όσο και το μικροβίωμα.
Μέχρι σήμερα, ο υπολογισμός των θερμίδων βασίζεται κυρίως στο σύστημα Atwater, μια μέθοδο που χρησιμοποιείται εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Αν και παραμένει ιδιαίτερα χρήσιμη, δεν λαμβάνει υπόψη τη δράση των μικροοργανισμών του εντέρου, οι οποίοι διασπούν φυτικές ίνες και άλλα συστατικά που δεν πέπτονται στο ανώτερο πεπτικό σύστημα, παράγοντας λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου. Οι ενώσεις αυτές μπορούν να απορροφηθούν από τον οργανισμό, προσφέροντας επιπλέον ενέργεια.
Για τις ανάγκες της έρευνας, οι επιστήμονες συνέκριναν δύο διαφορετικά διατροφικά πρότυπα. Το πρώτο ήταν πλούσιο σε φυτικές ίνες, ανθεκτικό άμυλο και λιγότερο επεξεργασμένες τροφές, ενώ το δεύτερο ακολουθούσε τα χαρακτηριστικά της κλασικής δυτικής διατροφής, με περισσότερα επεξεργασμένα προϊόντα και χαμηλότερη περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι ακολουθούσαν τη δυτική διατροφή απορροφούσαν κατά μέσο όρο περίπου 116 περισσότερες θερμίδες ημερησίως σε σχέση με όσους κατανάλωναν περισσότερες φυτικές ίνες, χωρίς όμως οι τελευταίοι να αναφέρουν αυξημένο αίσθημα πείνας.
Το μοντέλο DAMM αποκάλυψε επίσης ότι περίπου το 15% της συνολικής αξιοποιήσιμης ενέργειας προέρχεται από τη μικροβιακή δραστηριότητα στο κατώτερο πεπτικό σύστημα. Ειδικότερα, τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου που παράγονται από τη ζύμωση των φυτικών ινών αποδίδουν κατά μέσο όρο περίπου 140 θερμίδες ημερησίως, γεγονός που αναδεικνύει τη σημαντική συμβολή του μικροβιώματος στην ενεργειακή ισορροπία.
Παράλληλα, το νέο μοντέλο αποδείχθηκε πιο ακριβές από τη συμβατική μέθοδο υπολογισμού των θερμίδων, καθώς τα αποτελέσματά του ταυτίστηκαν περισσότερο με τις πραγματικές μετρήσεις απορρόφησης ενέργειας που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια της κλινικής μελέτης.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το DAMM δεν αποτελεί απλώς ένα νέο εργαλείο υπολογισμού των θερμίδων, αλλά μια πλατφόρμα που μπορεί να εξελίσσεται όσο η επιστήμη αποκτά βαθύτερη γνώση για τη σχέση ανάμεσα στη διατροφή, τον μεταβολισμό και το μικροβίωμα. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS One και ενισχύει την άποψη ότι η ποιότητα της διατροφής ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία από την απλή καταμέτρηση των θερμίδων.