Θεσσαλονίκη: Ηλεκτροπληξία δικαστικής υπαλλήλου φέρνει ξανά στο προσκήνιο τα προβλήματα στο Δικαστικό Μέγαρο
Ηλεκτροπληξία υπέστη δικαστική υπάλληλος στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης, προκαλώντας νέα έντονη ανησυχία για τις συνθήκες ασφάλειας στις δικαστικές υπηρεσίες της πόλης. Το περιστατικό σημειώθηκε το πρωί της περασμένης Παρασκευής, όταν η εργαζόμενη επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τον διακόπτη φωτισμού στο γραφείο όπου εργάζεται και δέχθηκε ηλεκτρικό ρεύμα.
Στο σημείο κλήθηκε άμεσα η νοσηλεύτρια του ιατρείου του μεγάρου, η οποία, μετά την πρώτη εκτίμηση της κατάστασης, έκρινε αναγκαία τη μεταφορά της υπαλλήλου σε νοσοκομείο, καθώς η ίδια ανέφερε μούδιασμα στο χέρι και αδιαθεσία. Η εργαζόμενη εξετάστηκε από γιατρούς και στη συνέχεια αποχώρησε με δική της ευθύνη, ενώ αναμένεται να υποβληθεί σε περαιτέρω ιατρικό έλεγχο προκειμένου να αποκλειστεί οποιοσδήποτε κίνδυνος για την υγεία της.
Σύμφωνα με πληροφορίες, λίγη ώρα αργότερα τεχνικός που επιχείρησε να ελέγξει την ηλεκτρολογική εγκατάσταση του γραφείου διαπίστωσε πρόβλημα στο κύκλωμα, με αποτέλεσμα να προκληθεί βραχυκύκλωμα και να εκραγεί φωτιστικό της οροφής παρουσία εργαζομένων.
Το περιστατικό επανέφερε στο προσκήνιο τις διαμαρτυρίες των δικαστικών υπαλλήλων για την κατάσταση του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης. Ο Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων κάνει λόγο για σοβαρές ελλείψεις σε θέματα συντήρησης και ασφάλειας, υποστηρίζοντας ότι εδώ και χρόνια επισημαίνει τα προβλήματα χωρίς να έχουν δοθεί ουσιαστικές λύσεις.
Οι εργαζόμενοι συνδέουν το νέο ατύχημα με τη συνολική εικόνα εγκατάλειψης που, όπως αναφέρουν, παρουσιάζει το κτήριο, κάνοντας λόγο για παλαιωμένες εγκαταστάσεις, προβλήματα υγρασίας, φθορές σε γραφεία και αρχεία, ελλιπή εξαερισμό και ανεπάρκεια μέτρων προστασίας στους χώρους εργασίας. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι οι δεσμεύσεις για ανακαίνιση του δικαστικού μεγάρου και μεταφορά υπηρεσιών δεν έχουν μέχρι σήμερα υλοποιηθεί.
Στο πλαίσιο των κινητοποιήσεών τους, οι δικαστικοί υπάλληλοι συνεχίζουν τις παρεμβάσεις τους ζητώντας άμεσα έργα συντήρησης, ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας και ουσιαστική αναβάθμιση των υποδομών, τονίζοντας ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να συνεχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες σε συνθήκες που, όπως υποστηρίζουν, εγκυμονούν καθημερινά κινδύνους.