Κύκλωμα παράνομου τζόγου με κέρδη άνω των 16 εκατ – Στο επίκεντρο προγραμματιστές από Θεσσαλονίκη
Το κύκλωμα φέρεται να αποκόμισε παράνομα κέρδη που υπερβαίνουν τα δεκαέξι εκατομμύρια ευρώ.
Σε εξέλιξη βρίσκεται η μεγάλη έρευνα των αρχών για την πλήρη αποδόμηση οργανωμένου κυκλώματος που δραστηριοποιούνταν επί σειρά ετών στην παράνομη διεξαγωγή τυχερών παιχνιδιών μέσω μη αδειοδοτημένων διαδικτυακών πλατφορμών, αξιοποιώντας δίκτυο καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος και εξειδικευμένες ψηφιακές υποδομές.
Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία που έχουν προκύψει στο πλαίσιο της έρευνας της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, η δράση της οργάνωσης φέρεται να ξεκινά ήδη από το 2018. Τα μέλη της φέρονται να είχαν αναπτύξει ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών, μέσω μη αδειοδοτημένων διαδικτυακών πλατφορμών που λειτουργούσαν σε τουλάχιστον τριάντα επτά καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος.
Η γεωγραφική κατανομή του δικτύου δείχνει ότι η μεγαλύτερη συγκέντρωση των καταστημάτων εντοπίζεται στην Αθήνα, όπου λειτουργούσαν τριάντα τέσσερα σημεία. Παράλληλα, από ένα κατάστημα φέρεται να εντοπίζεται στην Πάτρα και στο Λουτράκι, ενώ η υπόθεση συνδέεται και με πρόσωπα που δραστηριοποιούνταν στη Θεσσαλονίκη.
Κατά την έρευνα των αρχών διαπιστώθηκε ότι στα καταστήματα είχαν εγκατασταθεί παράνομα λογισμικά προγράμματα, τα οποία επέτρεπαν τη διεξαγωγή τυχερών παιχνιδιών εκτός του νόμιμου πλαισίου. Τα συγκεκριμένα συστήματα φέρεται να ήταν σχεδιασμένα με τρόπο που μπορούσε να αλλοιώνει τη λειτουργία των παιγνίων, εξαπατώντας τους συμμετέχοντες παίκτες και διαμορφώνοντας ελεγχόμενα αποτελέσματα.
Από τη μέχρι στιγμής οικονομική διερεύνηση της υπόθεσης προκύπτει ότι το κύκλωμα φέρεται να αποκόμισε παράνομα κέρδη που υπερβαίνουν τα δεκαέξι εκατομμύρια ευρώ. Η δραστηριότητα των εμπλεκομένων, σύμφωνα με τη δικογραφία που σχηματίζεται, συνδέεται με αδικήματα που αφορούν τόσο τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες όσο και την παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον τρόπο οργάνωσης της ομάδας. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, δώδεκα πρόσωπα φέρονται να αποτελούν τον βασικό πυρήνα της οργάνωσης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται δύο άτομα που βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη και είχαν τον ρόλο προγραμματιστών ηλεκτρονικών υπολογιστών. Οι συγκεκριμένοι φέρονται να διαχειρίζονταν συνολικά δέκα μη αδειοδοτημένες πλατφόρμες τυχερών παιχνιδιών, οι οποίες χρησιμοποιούνταν για τη λειτουργία του παράνομου δικτύου.
Οι αρχές εξετάζουν επίσης τη σύνδεση της οργάνωσης με τη διακίνηση και εγκατάσταση μη πιστοποιημένων παιγνιομηχανημάτων τύπου VLT (Video Lottery Terminal), τα οποία χρησιμοποιούνταν για την πραγματοποίηση των παιγνίων στα καταστήματα.
Η εσωτερική δομή της οργάνωσης εμφανίζεται ιδιαίτερα σύνθετη. Τα μέλη της φέρονται να ήταν χωρισμένα σε επτά επιμέρους ομάδες με διαφορετικό ρόλο και αρμοδιότητες. Οι ομάδες αυτές συνεργάζονταν μεταξύ τους και λάμβαναν οικονομικά οφέλη από την εγκατάσταση και λειτουργία των παράνομων λογισμικών συστημάτων. Το ύψος της προμήθειας φαίνεται να εξαρτιόταν από τον βαθμό πρόσβασης και διαχείρισης που είχε κάθε πράκτορας τυχερών παιχνιδιών στο δίκτυο.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται και οι πηγές προμήθειας των λογισμικών. Σύμφωνα με τις αρχές, τα προγράμματα αυτά προωθούνταν στην ελληνική αγορά από διαχειριστές μη αδειοδοτημένων εταιρειών που εδρεύουν στο εξωτερικό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φαίνεται να υπήρξε εμπλοκή και αδειοδοτημένων κατασκευαστών λογισμικού, γεγονός που εξετάζεται στο πλαίσιο της έρευνας.
Καθοριστικός θεωρείται ο ρόλος των προγραμματιστών, οι οποίοι φέρονται να είχαν την τεχνική εποπτεία του συστήματος. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που εξετάζουν οι αρχές, οι ίδιοι προχωρούσαν σε ρυθμίσεις των προγραμμάτων είτε μέσω φορητών μέσων αποθήκευσης όπως USB είτε εξ αποστάσεως, έχοντας δυνατότητα απομακρυσμένου ελέγχου των οθονών των υπολογιστών. Παράλληλα, φέρονται να άλλαζαν διαρκώς τις διευθύνσεις IP των συστημάτων, ώστε σε περίπτωση κατάσχεσης ηλεκτρονικού εξοπλισμού να καθίσταται δυσκολότερος ο εντοπισμός των ψηφιακών ιχνών.
Οι έρευνες των αρχών συνεχίζονται προκειμένου να αποσαφηνιστεί πλήρως το εύρος της δράσης της οργάνωσης, να εντοπιστούν τυχόν επιπλέον εμπλεκόμενα πρόσωπα και να διακριβωθούν οι διεθνείς διασυνδέσεις που ενδέχεται να συνδέονται με την προμήθεια των παράνομων συστημάτων.