Κίνηση Πολιτών για το Μητροπολιτικό χώρο της ΔΕΘ: “Η ανάγκη για έναν ουσιαστικό διάλογο με την κοινωνία είναι πλέον επιτακτική”
Οι πολίτες δεν ζητούν άλλο ένα έργο real estate, αλλά ένα βιώσιμο και λειτουργικό σχέδιο που θα διασφαλίζει το μέλλον της ΔΕΘ και της Θεσσαλονίκης
Η πρόσφατη ανακοίνωση του Υπερταμείου σχετικά με το μέλλον της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και οργή στους πολίτες. Η προοπτική της μετατροπής του χώρου της ΔΕΘ σε έργο real estate, σε συνδυασμό με την αλλεπάλληλη αύξηση του εκτιμώμενου κόστους του έργου, έχει εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη βιωσιμότητα και τη σκοπιμότητα του σχεδίου.
Από το 2013, όταν το αρχικό κόστος εκτιμήθηκε στα 124 εκατομμύρια ευρώ, φτάσαμε το 2022 να ακούμε για 200 εκατομμύρια, αργότερα για 300 εκατομμύρια και, σύμφωνα με την τελευταία ανακοίνωση του Υπερταμείου, το κόστος πλέον αγγίζει τα 370 εκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για μια αδικαιολόγητη εκτόξευση του κόστους, η οποία αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω όσο πλησιάζει ο διαγωνισμός, ικανοποιώντας τις απαιτήσεις των εργολάβων.
Οι πολίτες διεκδικούν μια διαφορετική προσέγγιση για την αξιοποίηση του χώρου της ΔΕΘ, που περιλαμβάνει: – Τη δημιουργία ενός πραγματικού Μητροπολιτικού Πάρκου με ήπιες εκθεσιακές δραστηριότητες. – Τη μετεγκατάσταση των εκθέσεων μεγάλης όχλησης εκτός του αστικού ιστού, στη δυτική Θεσσαλονίκη, με παράλληλη ενίσχυση των μέσων μεταφοράς. – Ένα προϋπολογισμό που δεν θα επιβαρύνει υπέρογκα το Ελληνικό Δημόσιο. – Την αφαίρεση του χώρου της ΔΕΘ και της ΔΕΘ-HELEXPO από το χαρτοφυλάκιο του Υπερταμείου. – Τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης της πόλης και την ανάδειξη των ιστορικών περιπτέρων και του αρχαιολογικού υποβάθρου της περιοχής.
Το 2013 παρουσιάστηκε το σχέδιο για την «Ανάπλαση της ΔΕΘ», το οποίο αρχικά προέβλεπε τη δημιουργία Μητροπολιτικού Πάρκου και τη μεταφορά των εγκαταστάσεων της ΔΕΘ στη Σίνδο, σύμφωνα με το Ρυθμιστικό Σχέδιο Θεσσαλονίκης του 1985. Ωστόσο, με την πρόφαση ότι δεν υπήρχαν δημόσιοι πόροι λόγω μνημονίων, η κυβέρνηση εγκατέλειψε το αρχικό πλάνο και προώθησε ένα φαραωνικό έργο, με κυρίαρχο στοιχείο την κατασκευή εμπορικών, επιχειρηματικών και ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων.
Το 2022 παρουσιάστηκε η πρόταση ενός γερμανικού μελετητικού γραφείου, η οποία προέβλεπε νέα, τεραστίων διαστάσεων περίπτερα, εμπορικό κέντρο, ξενοδοχείο και χώρο στάθμευσης. Το κόστος του έργου αυξήθηκε ραγδαία, με το κράτος να αναλαμβάνει το 2/3 της χρηματοδότησης. Επιπλέον, παραμένει ασαφές ποιος θα διαχειρίζεται τις νέες εγκαταστάσεις, αφού οι επίσημες δηλώσεις εναλλάσσονται μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού ελέγχου.
Το αρχικό χρονοδιάγραμμα προέβλεπε ολοκλήρωση του έργου το 2026, ώστε να συμπέσει με τα 100 χρόνια της ΔΕΘ. Ωστόσο, η έναρξη των κατασκευών μετατέθηκε για το 2026, με το έργο να ολοκληρώνεται το 2031. Παρόλα αυτά, οι πολίτες αμφισβητούν έντονα την εφικτότητα αυτού του σχεδιασμού, καθώς η χρηματοδότηση δεν έχει διασφαλιστεί πλήρως, οι απαραίτητες μελέτες δεν έχουν ολοκληρωθεί, ενώ οι επιπτώσεις στο περιβάλλον, το κυκλοφοριακό και την ποιότητα ζωής των κατοίκων δεν έχουν ληφθεί υπόψη.
Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πώς θα λειτουργεί η ΔΕΘ κατά τη διάρκεια της ανάπλασης. Η κατεδάφιση των υπαρχόντων κτιρίων, οι ανασκαφές και η κατασκευή τεράστιων νέων εγκαταστάσεων θα μετατρέψουν το κέντρο της πόλης σε ένα ατέρμονο εργοτάξιο για πολλά χρόνια. Οι συνέπειες στην καθημερινότητα των πολιτών, στο κυκλοφοριακό πρόβλημα και στην οικονομική δραστηριότητα της Θεσσαλονίκης είναι ανυπολόγιστες.
Εν μέσω καθυστερήσεων και αμφιλεγόμενων αποφάσεων, η ΔΕΘ κινδυνεύει να χάσει τη σημασία της ως εκθεσιακός θεσμός. Ήδη πολλοί εκθέτες επιλέγουν ιδιωτικά εκθεσιακά κέντρα στην Αθήνα, και αν η κατάσταση συνεχιστεί, η ΔΕΘ μπορεί να οδηγηθεί σε οριστικό μαρασμό.
Η ανάγκη για έναν ουσιαστικό διάλογο με την κοινωνία είναι πλέον επιτακτική. Οι πολίτες δεν ζητούν άλλο ένα έργο real estate, αλλά ένα βιώσιμο και λειτουργικό σχέδιο που θα διασφαλίζει το μέλλον της ΔΕΘ και της Θεσσαλονίκης.