Στον τάκο οι υπερβολές για τον ΟΠΕΚΕΠΕ
Πολύ εύκολο το ανάθεμα για την ιστορία του ΟΠΕΚΕΠΕ,αλλά όποιος ψάξει λίγο βαθύτερα θα καταλάβει ότι θα πρέπει να κρατάμε μικρό καλάθι.
- Πολύ εύκολο το ανάθεμα για την ιστορία του ΟΠΕΚΕΠΕ,αλλά όποιος ψάξει λίγο βαθύτερα θα καταλάβει ότι θα πρέπει να κρατάμε μικρό καλάθι.
- Το γεγονός ότι βουλευτές επικοινωνούσαν με τα στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ, από μόνο του δεν είναι ούτε παράνομο, ούτε ανήθικο, ούτε αποδεικνύει κάποια λοβιτούρα ή την οποιαδήποτε συμμετοχή τους σε σκάνδαλο.
- Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, που τόσα λάθη έχει κάνει στο θέμα των Τεμπών, δεν δίνει καλά δείγματα γραφής στο θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ασφαλώς και στον ΟΠΕΚΕΠΕ υπάρχει σκάνδαλο. Το σκάνδαλο, όπως έχουν παραδεχθεί οι πάντες, οφείλεται στο γεγονός ότι διαχρονικά, από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, στη συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ, μετά της Νέας Δημοκρατίας, ένα μεγάλο μέρος του λογισμικού της όλης διαδικασίας, δηλαδή όλης εκείνης της τεχνικής προετοιμασίας και υποδομής που απαιτείται ούτως ώστε από τη μία να ελέγχονται και από την άλλη να καταβάλλονται οι αποζημιώσεις στους αγρότες, ελέγχεται πλήρως από κάποιες ιδιωτικές εταιρίες.
Το κακό ξεκίνησε το 2010 όταν η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ανέθεσε σε ιδιωτικές εταιρίες να «τρέξουν» λογισμικά και υποδομές, διαδικασίες, πρότυπα και δίκτυα, τα οποία κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται υπό τον απόλυτο έλεγχο του κράτους. Οι εταιρίες αυτές γιγαντώθηκαν μέσα στο κύκλωμα των αγροτικών επιδοτήσεων και λίγα χρόνια αργότερα, κανένας δεν μπορούσε να τις πετάξει έξω από τη διαδικασία, χωρίς να μπλοκάρει όλο το σύστημα.
Οι επόμενες κυβερνήσεις επιχείρησαν να στήσουν από την αρχή τη διαδικασία, αλλά πάντοτε έπεφταν στο πιο σκληρό δίλημα: είτε να συνεχίσουν να καταβάλλουν τις επιδοτήσεις μέσα από τα λογισμικά των ιδιωτικών επιχειρήσεων και να έχουν ικανοποιημένους τους αγρότες, είτε να τους καθυστερήσουν επί μερικά χρόνια για να φτιάξουν το σύστημα από την αρχή. Βέβαια, κανείς από τους υπουργούς, τις κυβερνήσεις, τους αρμοδίους, ούτε καν ακόμα αυτήν την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν επέβαλαν το σύστημα να λειτουργήσει σωστά.
Έτσι, όλοι τους σύρθηκαν πίσω από αυτές τις ιδιωτικές εταιρίες,οι οποίες όπως όλα δείχνουν, είτε εν αγνοία τους, είτε με τη συμμετοχή τους, επέτρεψαν να παιχτούν διάφορα παιχνιδάκια από αγρότες και φερόμενους ως αγρότες, οι οποίοι κατάφερναν να εισπράξουν κοινοτικά χρήματα, εκμεταλλευόμενοι τα κενά και τα «παραθυράκια» του συστήματος.
Βέβαια, κανείς δεν θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτά τα «παραθυράκια» τόσο καλά, όσο οι ιδιωτικές εταιρίες, οι οποίες τα «έτρεχαν» επί πολλά πολλά χρόνια. Ερχόμαστε στο σήμερα, στο οποίο βλέπουμε μία -υποτίθεται σοβαρή- ευρωπαϊκή εισαγγελία, να έχει προχωρήσει σε ελέγχους που περιλαμβάνουν από επιθεωρήσεις σε κάθε φάση της διαδικασίας, μέχρι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις ιδιωτικών συνομιλιών, ακόμα και βουλευτών, ήδη από το 2021.
Εδώ, βέβαια, προκύπτει ένα ερώτημα. Πώς είναι δυνατόν να κατηγορείται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ότι επί χρόνια συγκάλυπτε τους δικούς του, ώστε αυτοί να «τρώνε» από τα λεφτά του ΟΠΕΚΕΠΕ και την ίδια ώρα να αποκαλύπτεται ότι το κράτος με τις υπηρεσίες του, όπως η Οικονομική Αστυνομία, η ΕΥΠ, την οποία είχε υπό τον έλεγχό του το Πρωθυπουργικό Γραφείο, η Ασφάλεια, η Αστυνομία και μία σειρά από δημόσιες υπηρεσίες, έκαναν αυτούς τους ουσιαστικούς ελέγχους και κατέληξαν σε αυτά τα συντριπτικά αποτελέσματα, τα οποία συγκροτούν δικογραφίες εκτενέστατες.
Αυτό που κάνει εντύπωση είναι ότι από την πρώτη μέρα βγήκαν στη φόρα τα ονόματα των βουλευτών,τα οποία επικοινωνούσαν με τα στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ. Αναρωτιέμαι τι σοβαρή ευρωπαϊκή εισΑγγελία είναι αυτή που διαρρέει ονόματα βουλευτών, τους βγάζει δηλαδή στον τάκο, βορά στους κακότροπους σχολιαστές και τους ανθρωποφάγους των social media, χωρίς να τους καταλογίζει συγκεκριμένα αδικήματα.
Το να επικοινωνεί ένας βουλευτής με τους εκπροσώπους του ΟΠΕΚΕΠΕ για να ρωτήσει πώς προχωρούν θέματα των αγροτών της Περιφέρειάς του δεν είναι από μόνο του ούτε αδίκημα, ούτε κακό πράγμα, ούτε παρατυπία, ούτε ανηθικότητα. Σε καμία περίπτωση μια επικοινωνία δεν συνιστά σκάνδαλο, όπως μερικοί θέλουν να μας κάνουν να δεχθούμε.
Το ζήτημα είναι εξαιρετικά απλό. Εάν ένας βουλευτής επικοινωνούσε με τα στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ για να ρωτήσει γιατί δεν καταβάλλονται οι αποζημιώσεις σε αγρότες, τους οποίους γνωρίζει, τότε δεν διαπράττει κανένα έγκλημα. Εάν βέβαια αποδειχθεί από τη διαδικασία και από την έρευνα και από τη δίκη που θα ακολουθήσει ότι κάποιος βουλευτής προσπαθούσε να πιέσει τα στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ να κάνουν τα στραβά μάτια για να καταβάΛλουν παράνομες επιδοτήσεις σε αγρότες φίλους του βουλευτή, επιτρέποντάς του ένα πολύ σοβαρό ρουσφέτΙ, τότε βέβαια μιλάμε και για σκάνδαλο και για παρατυπία και για ανηθικότητα.
Προσωπικά, γνωρίζοντας τους περισσότερους από τους βουλευτές οι οποίοι βγήκαν στον τάκο στη διάρκεια της χθεσινής ημέρας, θα έλεγα ότι πρόκειται καταφανέστατα για την παρέμβαση που αφορά μια νόμιμη διαδικασία και όχι για ρουσφέτΙ που αφορά τη δεύτερη περίπτωση. Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν θα έβαζε το κεφάλι του στον ντορβά να πιέσειότι δημόσιο λειτουργό για την παρανομία ενός άλλου ανθρώπου. Είναι αφελές για τον οποιοδήποτε να δεχθεί κάτι τέτοιο. Και οι βουλευτές, όχι μόνο οι συγκεκριμένοι, αλλά όλοι οι βουλευτές είναι αρκετά έξυπνοι και αρκετά κοινωνικά έμπειροι ώστε να κρατιούνται μακριά από τέτοια ρίσκα.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στη φάση αυτή θα πρέπει να εξηγήσει με σαφήνεια τόσο τα αδικήματα όσο και τον τρόπο με τον οποίο αυτά υποτίθεται ότι έχουν διαπραχθεί. Το να αφήνονται σκιές, να κρεμιούνται στα μανταλάκια άνθρωποι και να εκτινάσσονται και να πετιούνται συνθήματα και φήμες στη λαϊκή αρένα είναι κάτι το εντελώς ασύμβατο με το κύρος ενός ευρωπαϊκού θεσμού. Βέβαια η αλήθεια είναι ότι η συγκεκριμένη υπηρεσία δεν μας έχει πείσει ότι λειτουργεί με άψογο τρόπο.
Θα θυμάστε κάποιες λεκτικές ακροβασίες μιας Ρουμάνας Ευρωπαίας εισαγγελέως για το θέμα των Τεμπών που, όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα. Οι θεσμοί πρέπει να είναι σεβαστοί, είτε πρόκειται για την ελληνική δικαιοσύνη είτε πρόκειται για την ευρωπαϊκή εισαγγελία. Ωστόσο οι θεσμοί και οι λειτουργοί θα πρέπει να έχουν πάντοτε σε υψηλή προτεραιότητα να προτάσσουν το κύρος τους και τη σοβαρότητά τους στο λαό, ώστε να γίνονται πάντοτε σεβαστοί.