Μια συνεχής πάλη με τις βεβαιότητες, ανάμεσα στο σώμα και τη σκέψη
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ξαφνική έκδοση του theopinion.gr ΑΦΟΡΜΗ Ο Έρωτας
Από τον Πλάτωνα έως τη σημερινή asexual εμπειρία, η φιλοσοφία αναζητά ακόμη νόημα, ανάμεσα στη σαρκική επιθυμία και την πνευματική επικοινωνία.
Ο έρωτας υπήρξε πάντοτε κάτι περισσότερο από προσωπική υπόθεση. Ακόμη και όταν βιώνεται ως η πιο ιδιωτική ανθρώπινη εμπειρία, μετά φέρει μέσα του αντιλήψεις για το σώμα, την ελευθερία, την ηθική, την εξουσία και τελικά για την ίδια την ανθρώπινη φύση.
Για τον λόγο αυτό η φιλοσοφία δεν τον αντιμετώπισε ποτέ ως ένα απλό συναίσθημα. Στον έρωτα αναγνώρισε έναν τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αποκαλύπτει τις ελλείψεις του, τις επιθυμίες του, τις ψευδαισθήσεις του και τα όρια της αυτογνωσίας του.
Η αφετηρία αυτής της παράδοσης βρίσκεται αναπόφευκτα στον Πλάτωνα. Στο «Συμπόσιο», ο έρωτας παρουσιάζεται ως δύναμη που ωθεί τον άνθρωπο προς κάτι ανώτερο από τον ίδιο. Η σύγχρονη χρήση της φράσης «πλατωνικός έρωτας» έχει αλλοιώσει σε μεγάλο βαθμό το νόημα της πλατωνικής σκέψης, επειδή ταύτισε το πλατωνικό στοιχείο με την απουσία σωματικής επιθυμίας. Στην πραγματικότητα, ο Πλάτων δεν απορρίπτει το σώμα. Θεωρεί όμως ότι η έλξη προς το σώμα μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία μιας πνευματικής ανόδου, μέσα από την οποία ο άνθρωπος στρέφεται σταδιακά προς την ομορφιά της ψυχής, της γνώσης και τελικά προς την ίδια την ιδέα του Ωραίου.
Η πλατωνική σύλληψη του έρωτα συνδέεται βαθιά με την ίδια τη φιλοσοφία. Ο άνθρωπος ερωτεύεται επειδή αισθάνεται ότι του λείπει κάτι. Επιθυμεί ό,τι δεν κατέχει πλήρως. Αυτή η αίσθηση έλλειψης βρίσκεται και στον πυρήνα της φιλοσοφικής αναζήτησης. Ο φιλόσοφος δεν είναι σοφός. Είναι κάποιος που ποθεί τη σοφία και κινείται διαρκώς προς αυτήν, γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν θα την κατακτήσει ολοκληρωτικά. Ο έρωτας γίνεται έτσι μια μορφή υπαρξιακής κίνησης προς το άγνωστο.
Αργότερα, ο Αριστοτέλης θα μετατοπίσει το ενδιαφέρον από την ερωτική έλξη προς τη σταθερότητα της φιλίας και της συντροφικότητας. Στη δική του σκέψη αποκτά ιδιαίτερη σημασία η αμοιβαιότητα, η κοινή ζωή, η ηθική συμβατότητα ανάμεσα στους ανθρώπους. Η σχέση δεν θεμελιώνεται αποκλειστικά στην ένταση της επιθυμίας αλλά και στη δυνατότητα δύο ανθρώπων να μοιράζονται έναν κοινό τρόπο ύπαρξης. Στην αριστοτελική θεώρηση διακρίνει κανείς μια πρώιμη μορφή εκείνης της ανάγκης που σήμερα περιγράφεται ως συναισθηματική συμβατότητα ή βαθιά οικειότητα.
Η χριστιανική παράδοση εισάγει μια εντελώς διαφορετική ένταση. Το σώμα και η επιθυμία αντιμετωπίζονται συχνά με επιφυλακτικότητα, καθώς ο έρωτας συνδέεται πλέον με ζητήματα αμαρτίας, εγκράτειας και ηθικής τάξης. Η διάκριση ανάμεσα στον έρωτα και την αγάπη επηρεάζει βαθιά τον δυτικό πολιτισμό και δημιουργεί μια μακρά ιστορική αμφιθυμία απέναντι στην επιθυμία. Από τη μία πλευρά, ο έρωτας θεωρείται πηγή υπέρβασης και αφοσίωσης. Από την άλλη, αντιμετωπίζεται ως η δύναμη του πάθους που μπορεί να αποσταθεροποιήσει το άτομο και την κοινωνία.
Αυτή η αμφιθυμία θα διατηρηθεί για αιώνες και θα μετασχηματιστεί εκ νέου με τη νεωτερικότητα. Ο ρομαντισμός ανυψώνει τον έρωτα σε σχεδόν μεταφυσικό ιδανικό. Η ιδέα του «μεγάλου έρωτα» συνδέεται με την αυθεντικότητα του εαυτού και με την προσδοκία ότι ένας άλλος άνθρωπος μπορεί να προσφέρει πληρότητα και νόημα.
Ωστόσο, όσο περισσότερο ο έρωτας φορτίζεται με υπαρξιακές προσδοκίες, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα απογοήτευσης. Ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται πλέον να βρει στον ερωτικό δεσμό όσα παλαιότερα αναζητούσε στη θρησκεία, στην κοινότητα ή στην παράδοση.
Η εποχή της ρευστής επιθυμίας
Κατά τον 20ό αιώνα η φιλοσοφία αρχίζει να αντιμετωπίζει τον έρωτα με μεγαλύτερη καχυποψία απέναντι στις ίδιες τις κατηγορίες μέσω των οποίων τον κατανοούμε. Οι υπαρξιστές, όπως ο Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ, βλέπουν την ερωτική σχέση ως συνάντηση δύο ελευθεριών που συχνά συγκρούονται. Ο άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να μετατραπεί πλήρως σε αντικείμενο επιθυμίας, επειδή διαθέτει δική του βούληση και δικό του βλέμμα απέναντί μας. Μέσα στον έρωτα αναδύεται πάντοτε μια λεπτή σχέση δύναμης, εξάρτησης και αμοιβαίας αναγνώρισης.
Αργότερα, στο έργο του Μισέλ Φουκώ, η ίδια η σεξουαλικότητα αντιμετωπίζεται ως ιστορική κατασκευή. Οι κοινωνίες δεν περιορίζονται στο να καταστέλλουν την επιθυμία. Παράγουν ταυτόχρονα τις έννοιες μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι μαθαίνουν να κατανοούν τον εαυτό τους ως ερωτικά όντα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και οι λέξεις με τις οποίες περιγράφουμε την επιθυμία μας αποτελούν προϊόν ιστορικών και πολιτισμικών διαδικασιών.
Σε αυτό το σημείο εμφανίζονται οι σύγχρονες queer προσεγγίσεις, οι οποίες αμφισβητούν την ιδέα ότι υπάρχει μία σταθερή και «φυσική» μορφή ερωτικής ταυτότητας.
Η σκέψη της Judith Butler επηρεάζει βαθιά αυτή τη συζήτηση, επειδή παρουσιάζει το φύλο και την επιθυμία ως διαρκείς επιτελέσεις που διαμορφώνονται μέσα από κοινωνικές πρακτικές και πολιτισμικούς κώδικες.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ίσως είναι η έννοια του sapiosexual, δηλαδή της έλξης προς τη νοημοσύνη και το πνευματικό βάθος. Παρά τις συχνές υπερβολές που συνοδεύουν τον όρο, φανερώνει κάτι χαρακτηριστικό για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ερωτική επιθυμία συνδέεται ολοένα περισσότερο με την προσωπικότητα, τη γλώσσα, τις ιδέες και την πνευματική επικοινωνία. Ο έρωτας γίνεται όλο και λιγότερο θέμα κοινωνικής υποχρέωσης και όλο και περισσότερο ζήτημα προσωπικής αυτοπραγμάτωσης.
Αυτό ακριβώς δημιουργεί και τη μεγάλη σύγχρονη αντίφαση. Ο άνθρωπος διαθέτει σήμερα πρωτοφανή ελευθερία να καθορίσει τις σχέσεις και την ταυτότητά του, αλλά αυτή η ελευθερία συνοδεύεται από βαθιά αβεβαιότητα. Όσο λιγότερες κοινές βεβαιότητες υπάρχουν γύρω από τον έρωτα, τόσο δυσκολότερο γίνεται να οριστεί τι ακριβώς αναζητούμε από έναν άλλο άνθρωπο. Η ερωτική ζωή μετατρέπεται συχνά σε διαρκή διαπραγμάτευση ανάμεσα στην ανάγκη αυτονομίας και στην ανάγκη οικειότητας.
Η φιλοσοφία δεν έχει δώσει οριστική απάντηση και ίσως να μην μπορέσει ποτέ να δώσει. Ο έρωτας παραμένει το σημείο όπου ο άνθρωπος βιώνει ταυτόχρονα την επιθυμία να διατηρήσει τον εαυτό του και την επιθυμία να υπερβεί τα όριά του μέσα από κάποιον άλλον. Κάθε εποχή αλλάζει τις μορφές μέσω των οποίων εκφράζεται αυτή η εμπειρία, χωρίς όμως να καταργεί τον πυρήνα της.
Ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται και η διαχρονικότητα του έρωτα ως φιλοσοφικού ζητήματος. Στο γεγονός ότι αποκαλύπτει διαρκώς μια ανθρώπινη αλήθεια που καμία εποχή δεν κατορθώνει να εξαντλήσει πλήρως. Ο άνθρωπος επιθυμεί πάντοτε να αγαπήσει και να αγαπηθεί, ενώ ταυτόχρονα φοβάται την έκθεση, την εξάρτηση και την απώλεια που συνοδεύουν κάθε βαθιά σχέση. Ανάμεσα σε αυτές τις αντιφατικές κινήσεις γεννιέται τόσο η ερωτική εμπειρία όσο και η ανάγκη να τη σκεφτούμε φιλοσοφικά.