Υπό κατάρρευση τρία αρχιτεκτονικά «διαμάντια» στη Θεσσαλονίκη

Η έπαυλη Τζεμποργά, οι Κόκκινοι Πύργοι (Πύργος η Ευτυχία μου) αλλά και η βίλα Χιρς είναι κομμάτια της ιστορίας που χάνονται.

Υπό κατάρρευση τρία αρχιτεκτονικά «διαμάντια» στη Θεσσαλονίκη

«Ό,τι σώθηκε, σώθηκε». Αυτό θα μπορούσε να είναι ο τίτλος μιας συζήτησης με θέμα ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, τον κτηριακό αρχιτεκτονικό θησαυρό των νεοκλασικών επί της Β. Όλγας.

Πρόκειται για τις επαύλεις που εκπροσωπούν ένα σημαντικό κεφάλαιο στην αρχιτεκτονική ιστορία της Θεσσαλονίκης και της γοητείας της αλλοτινής Συνοικίας των Εξοχών, για κτήρια που αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της αρχιτεκτονικής, αλλά και «καθρέφτης» της πολυεθνικής της ταυτότητας και των γεγονότων του 20ού αιώνα.

Η έπαυλη Τζεμποργά, οι Κόκκινοι Πύργοι αλλά και η βίλα Χιρς είναι κομμάτια της ιστορίας που χάνεται, εκπέμποντας σήμα για τη διάσωσή τους.

Λήξη δημοπρασίας για την έπαυλη Τζεμποργά

Σε λίγες μέρες, την Παρασκευή 8 Μαΐου, λήγει η δημοπρασία που προκήρυξε το ιταλικό δημόσιο για την έπαυλη Τζεμποργά (ή οικία Σαλέμ). Πρόκειται για μια ακόμη προσπάθεια που κάνει το ιταλικό δημόσιο ως ιδιοκτήτης του κτηρίου να πουλήσει την έπαυλη. Το 2019, σε μια πρώτη προσπάθεια πώλησης του κτηρίου από το ιταλικό υπουργείο Εξωτερικών, που εδώ και δεκαετίες έχει εγκαταλείψει το ακίνητο στην τύχη του, φροντίζοντας μόνο για τον καθαρισμό της βλάστησης, είχαν δημιουργηθεί ελπίδες ότι το κτήριο θα διασωζόταν, καθώς υπήρχαν πληροφορίες ότι πέρασε στα χέρια της εταιρείας APEX του ομίλου του Λεωνίδα Ζησιάδη, ενώ είχε δείξει ενδιαφέρον για την αξιοποίησή του αρχικά και το ίδρυμα Ωνάση. Ωστόσο, τίποτα από όλα αυτά δεν επαληθεύτηκε.

Όπως διαβάζουμε στο thessarchitecture.gr, η έπαυλη χτίστηκε το 1878 για τον Εβραίο έμπορο Jeborga και το 1894 αγοράζεται από έναν άλλο πλούσιο Εβραίο της πόλης, τον Emanuel Salem, δικηγόρο στο επάγγελμα. Η οικία κατοικείται από την οικογένεια Σαλέμ για 30 περίπου χρόνια, μέχρι και το ξέσπασμα του Ά Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε η οικογένεια εγκαταλείπει την χώρα και μετοικεί στο Παρίσι. Για λίγο, το κτίριο χρησιμοποιείται ως Προξενείο της Αυστρο-ουγγρικής Αυτοκρατορίας.  Το 1915 μισθώνει τη βίλα το ιταλικό προξενείο και το 1924 την αγοράζει από τον Σαλέμ. Το ιταλικό προξενείο στεγάζεται στην έπαυλη έως τον σεισμό του 1978, οπότε το ακίνητο εγκαταλείπεται. Το 1984 πραγματοποιούνται μερικές εργασίες συντήρησης αλλά από τότε παρέμενε εγκαταλειμμένο στη φθορά του χρόνου με τα αγριόχορτα να το πνίγουν. Η οικία, εμφανίζεται στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου “Μια αιωνιότητα και μια μέρα” του 1998, ενώ πρωταγωνιστεί το 2014 ως εγκαταλειμμένο διατηρητέο στο poster promotion για την τρίτη σεζόν της διάσημης σειράς American Horror story (χωρίς όμως να αναφέρεται ότι πρόκειται για κτήριο στη Θεσσαλονίκη).

Ο αρχιτέκτονας Ξενοφώντας Παιονίδης, επηρεασμένος από το κλίμα της εποχής δημιουργεί ένα κτίριο σε ρυθμό Νεομπαρόκ. Το τριώροφο κτίριο εμφανίζει έντονες διακοσμητικές τάσεις, με σκαλιστές κολώνες, ρόδακες, φυτικά και γεωμετρικά μοτίβα και χαρακτηριστικά μπαρόκ αετώματα επάνω από τα παράθυρα και τις θύρες. Η μνημειακή σκάλα της πρόσοψης, αναπτύσσεται αρχικά αμφίπλευρα ενός παρτεριού και καταλήγει σε μονή κλίμακα που οδηγεί στη κύρια είσοδο. Η πίσω πλευρά της κατοικίας έβλεπε θάλασσα την εποχή της δημιουργίας της και μάλιστα μπροστά από την αυλή υπήρχε και ξύλινη προβλήτα, που εξυπηρετούσε τις μεταφορές από και προς την Θεσσαλονίκη πριν την διάνοιξη του δρόμου και την έλευση του τραμ. Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε μεγαλύτερο αυλόγυρο, τα ίχνη του οποίου είναι ακόμα ορατά, παρά την νέα περίφραξη.

Όλα αυτά τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά στοιχεία έχουν ξεθωριάσει πια από την φθορά του χρόνου σε συνδυασμό με την εγκατάλειψη. Μια εγκατάλειψη που χρόνο με τον χρόνο γίνεται πιο εμφανής και αναστρέψιμη για την τύχη της έπαυλης.

Χωρίς ενδιαφέρον η βίλα Χιρς ή κτήριο της Γκεστάπο

Το Μπλοκ 15 στο Χαϊδάρι λειτούργησε κατά τη Γερμανική Κατοχή ως το κτήριο απομόνωσης και βασανιστηρίων. Σήμερα έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο και αποτελεί σύμβολο της αντίστασης κατά του ναζισμού στην Ελλάδα και η ελληνική πολιτεία θεώρησε χρέος της να διασώσει. Υπάρχει η δυνατότητα εικονικής περιήγησης μέσω του έργου Block15 του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο αναπαριστά ψηφιακά το κτήριο και την ιστορία του.

Δεν συμβαίνει βέβαια το ίδιο με τη βίλα Χιρς, στη συμβολή των οδών Β. Όλγας με Γραβιάς, στη Θεσσαλονίκη, που αποτελεί το αντίστοιχο σύμβολο φρίκης με το Μπλοκ 15, καθώς υπήρξε το αρχηγείο της Γκεστάπο και της Sipo-SD κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Όπως και το Μπλοκ 15 στο Χαϊδάρι, η Βίλα Χιρς χρησιμοποιήθηκε ως χώρος κράτησης και απάνθρωπων βασανιστηρίων Ελλήνων αντιστασιακών, με το κτήριο να αποκτά το προσωνύμιο «Ματωμένη Βίλα» λόγω των βασανιστηρίων (ενώ γεννήθηκαν και θρύλοι περί στοιχειωμένου κτηρίου). Μεταπολεμικά και κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου στο κτήριο εγκαταστάθηκε το Α’ αστυνομικό τμήμα Ανατολικής Θεσσαλονίκης, ενώ μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 λειτουργούσε τα Χριστούγεννα ως κατάστημα χριστουγεννιάτικων και εποχικών ειδών.

Σήμερα, σε αντίθεση με το Μπλοκ 15 που έχει αποκατασταθεί και λειτουργεί ως μουσείο, η Βίλα Χιρς παρουσιάζει μια θλιβερή εικόνα. Το κτήριο είναι πλέον ερειπωμένο, με στέγη σε κατάρρευση και λεηλατημένο εσωτερικό διάκοσμο. Έχει τεθεί επανειλημμένα προς πώληση (από την Εθνική Ασφαλιστική, τελευταία το 2024, μετά την απόκτηση του χαρτοφυλακίου της International Life, όταν η τελευταία μπήκε σε διαδικασία πτώχευσης), χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Η βίλα Χιρς, γνωστή και ως βίλα Μπενί Φερνάντεζ, κατασκευάστηκε την πρώτη δεκαετία του 1900 σε σχέδια του Πιέτρο Αριγκόνι, του Ιταλού αρχιτέκτονα και μηχανικού, που έχει βάλει τη σφραγίδα του και σε άλλα εμβληματικά κτήρια που ανήκουν στην όμορφη Θεσσαλονίκη του παρελθόντος, όπως η Κάζα Μπιάνκα. Άλλωστε ο ίδιος ήταν ένας αρχιτέκτονας που έζησε και δούλεψε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στη Θεσσαλονίκη (ο τάφος του βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στο Κοιμητήριο των Καθολικών). Η βίλα κατασκευάστηκε για να στεγάσει την οικογένεια του Beni Fernandez. Από τις όμορφες οικογενειακές στιγμές όμως το κτίριο πέρασε να φιλοξενεί πλήθος θλιβερών γεγονότων.

Πύργος η Ευτυχία μου

Κρυμμένο πίσω από λαμαρίνες βρίσκονται σήμερα το «Château mon bonheur» ή αλλιώς « Πύργος η Ευτυχία μου», επί της Β. Όλγας, στο ύψος της Συνδίκα, το κτίριο µε το ροµαντικό όνοµα και τα χαρακτηριστικά κόκκινα τούβλα.

Το κτηριακό σύμπλεγμα χτίστηκε το 1890 σε σχέδια του Φρεντερίκ Σαρνό, κόστισε 140.000 γρόσια και βρίσκεται απέναντι από την εκκλησία της Ανάληψης. Κρύβει την ιστορία ενός μεγάλου έρωτα, καθώς δημιουργήθηκε από τον Δημήτρη Ιωαννίδη Τσακιρντέκη, από τη Σιάτιστα Κοζάνης, προς τιμήν της συζύγου του, Ευτυχίας. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως οικοτροφείο των Εκπαιδευτηρίων Σχινά και η τελευταία του χρήση ήταν από το Σώμα Ελλήνων Προσκόπων.

Η πολυϊδιοκτησία είναι ίσως το μεγαλύτερο «αγκάθι» για το μοναδικό αυτό αρχιτεκτονικό στολίδι, καθώς όχι μόνο δεν αξιοποιείται, αλλά αντίθετα, τα τελευταία χρόνια έγινε και το κύριο θέμα παραπόνων και καταγγελιών από πλευράς περιοίκων, λόγω του ότι περιθωριακοί έμπαιναν και έβρισκαν εκεί καταφύγιο, χωρίς όμως να υπολογίζουν  τα προβλήματα στατικότητας που έχει πλέον το κτήριο, αλλά και τη φθορά και την εστία μόλυνσης. Τελευταία τοποθετήθηκε προσωρινή περίφραξη στο μπροστινό μέρος του πύργου της Ευτυχίας, αλλά φως στο τούνελ δεν διαφαίνεται…