Το νέο άγαλμα στο Waterloo Place, και η τυφλή Ευρώπη
Ο Banksy έθιξε τον βρετανικό εθνικισμό, όμως η ήπειρος αρνείται να δει γιατί αυτός επιστρέφει.
Στο Waterloo Place του Λονδίνου, εκεί όπου η βρετανική αυτοκρατορία συνήθιζε να αναδεικνύει την εθνική μνήμη με μάρμαρο και μέταλλο, εμφανίστηκε τώρα μια άλλη μορφή. Ένας άνδρας που κρατά σημαία ενώ το πανί καλύπτει τα μάτια του, προχωρά καμαρωτός προς το κενό. Η εικόνα είναι δυνατή, σχεδόν ακαριαία κατανοητή· ειδικά το ντύσιμο του αγάλματος δεν επιτρέπει αμφιβολίες. Ομολογουμένως ο Banksy έχει την ικανότητα να συμπυκνώνει ολόκληρες εποχές σε ένα έργο του. Ακόμη πιο εντυπωσιακό από το ίδιο το έργο, είναι το πώς στήθηκε σε τόσο κεντρικό σημείο χωρίς να αντιληφθεί κανείς τίποτε. Σκανδαλώδης ολιγωρία των αρχών ή συνειδητή ανοχή τους;
Το καταδικαστικό μήνυμα είναι σαφές: η σημαία τυφλώνει· ο εθνικισμός οδηγεί στο κενό· η παλιά πατριωτική αυταρέσκεια δεν βλέπει τον γκρεμό μπροστά της. Πρόκειται για γνώριμη θέση της δυτικής καλλιτεχνικής και πολιτικής ελίτ. Όμως το ερώτημα δεν είναι αν ο εθνικισμός μπορεί να γίνει επικίνδυνος. Αυτό η Ιστορία το έχει αποδείξει πολλές φορές. Το ερώτημα είναι γιατί επιστρέφει στη Γηραιά Ήπειρο. Δηλαδή, γιατί επιστρέφει τόσο έντονα σε κοινωνίες που πίστεψαν πως τον είχαν ξεπεράσει.
Στη σημερινή Ευρώπη δεν υπάρχει ένας μόνο εθνικισμός. Άλλος είναι εκείνος των πρώην κομμουνιστικών κρατών που συγκρούονται με τις Βρυξέλλες, ζητώντας διοικητική και δικαστική αυτονομία. Άλλος ο αναθεωρητισμός που εμφανίζεται σε Τίρανα, Σκόπια, Βουδαπέστη, Άγκυρα ή Μόσχα, με βλέψεις σε νέα σύνορα. Άλλο η άμυνα κρατών που αντιστέκονται σε πραγματικές απειλές. Οι Έλληνες, για παράδειγμα, δεν χαρακτηρίζονται εθνικιστές επειδή αντιδρούν στον τουρκικό επεκτατισμό. Το ίδιο ισχύει για τους Ουκρανούς που υπερασπίζονται την πατρίδα τους.
Υπάρχει και ο τωρινός εθνικισμός της Βρετανίας, παραπλήσιος με εκείνον σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Ο συγκεκριμένος δε γεννήθηκε αποκλειστικά από αυτοκρατορική νοσταλγία, ούτε φυσικά λόγω του Brexit. Σε μεγάλο βαθμό, αποτελεί την αντίδραση φτωχοποιημένων κοινωνικών στρωμάτων σε ένα αίσθημα κρατικής εγκατάλειψης. Περιοχές αποβιομηχανοποιημένες, εργατικές κοινότητες που είδαν εργοστάσια να κλείνουν, μισθούς να πιέζονται, και γειτονιές να αλλάζουν, χωρίς ποτέ να καταλάβουν τις αιτίες. Για τους περισσότερους από αυτούς τους πολίτες, το αίτημα δεν είναι να κυριαρχήσουν στους άλλους, αλλά να μη νιώθουν ξένοι στον τόπο τους.
Εδώ λοιπόν αρχίζει η υποκρισία. Η δυτική διανόηση ορθά καταδικάζει τον εθνικισμό όταν προκαλεί μίσος, αποκλεισμό και αυταρχισμό. Παραδόξως όμως, καταδικάζει μόνο τον δυτικό εθνικισμό. Εξοργίζεται από το λάβαρο του λευκού Βρετανού-Γάλλου-Γερμανού-Ιταλού, μα κατά κανόνα σιωπά όταν άλλοι διαδηλώνουν με εισαγόμενα λάβαρα, όταν επευφημούν την τυφλή βία, όταν απαιτούν παράλληλα νομικά συστήματα, όταν αμφισβητούν τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους. Σιωπά όταν οι αρχές νόμου και τάξης εφαρμόζουν δύο μέτρα και δύο σταθμά μεταξύ μεταναστών και αυτόχθονων. Δυστυχώς, αυτή η επιλεκτικότητα δεν περιορίζει το φαινόμενο. Αντίθετα, το τροφοδοτεί.
Η Βρετανία είναι ο τόπος της Magna Carta, της κοινοβουλευτικής παράδοσης, της θεσμικής συνέχειας. Όταν μεγάλο μέρος του λαού της πιστεύει ότι αυτά διαβρώνονται, αναπόφευκτα αντιδρά. Μερικές φορές άγαρμπα, αλλά μέχρι τώρα πολιτικά. Και όταν η απάντηση του συστήματος είναι σκέτη υποτίμηση, η αντίδραση σκληραίνει.
Ο Banksy παρουσιάζεται ως ανυπότακτος καλλιτέχνης, όμως στο Waterloo Place μιλά με τη φωνή του δυτικού κατεστημένου. Αυτό δεν είναι ριζοσπαστισμός. Είναι απλώς μια καλλιτεχνική εκδοχή της μονόπλευρης πολιτικής ορθότητας. Ωστόσο, άθελά του ο δημιουργός αποτυπώνει κάτι ευρύτερο: μια ελίτ τυφλωμένη από τα δικά της θέσφατα, που βλέπει μόνο ό,τι τη βολεύει. Που καταγγέλλει τα συμπτώματα και αγνοεί τις αιτίες. Που διδάσκει ανεκτικότητα, αλλά αδιαφορεί για την ανασφάλεια. Που υπερασπίζεται δικαιώματα, αλλά ξεχνά τη συνοχή.
Η παγκόσμια ιστορία δεν τελείωσε ποτέ. Όταν οι ελίτ περιφρονούν τις αγωνίες των κοινωνιών αντί να τις κατανοήσουν, γεννούν ακριβώς εκείνες τις δυνάμεις που δήθεν πολεμούν. Οι κοινωνίες που παύουν να αυτοπροστατεύονται, αργά ή γρήγορα παύουν να καθορίζουν το μέλλον τους. Τούτο είναι το πραγματικό κενό μπροστά τους.