Το κυβερνητικό σχέδιο για ανάπτυξη, μισθούς και επενδύσεις και το στοίχημα της καθημερινότητας

Το κυβερνητικό σχέδιο για ανάπτυξη, μισθούς και επενδύσεις και το στοίχημα της καθημερινότητας
Μέγαρο Μαξίμου στην οδό Ηρώδου Αττικού , Τριτη 22 Ιουλίου 2025 (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Με σαφές μήνυμα συνέχειας στη δημοσιονομική πειθαρχία, έμφαση στην ανάπτυξη και πολιτική στόχευση στην καθημερινότητα των πολιτών, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε το πλαίσιο για τον προγραμματισμό των παραγωγικών υπουργείων για το 2026, κατά την εισαγωγική του τοποθέτηση στη συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής.

Ο πρωθυπουργός έθεσε ως κεντρικό άξονα τη διατήρηση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, επισημαίνοντας ότι η ελληνική οικονομία πρέπει να συνεχίσει να κινείται «σταθερά πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο», ώστε να επιτευχθεί πραγματική σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Μητσοτάκης στάθηκε ιδιαίτερα στην αγορά εργασίας, κάνοντας λόγο για συνέχιση των θετικών αποτελεσμάτων με περαιτέρω αποκλιμάκωση της ανεργίας, με στόχο ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, η αναφορά του δεν περιορίστηκε στους δείκτες. Αντιθέτως, επέλεξε να ανοίξει τη συζήτηση για τις βαθύτερες αλλαγές που έρχονται στην εργασία, αναδεικνύοντας τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης. Όπως σημείωσε, η ΑΙ θα αλλάξει «πάρα πολλά πράγματα» τα επόμενα χρόνια, κάτι που -όπως άφησε να φανεί- θα επηρεάσει τόσο το εκπαιδευτικό σύστημα όσο και τις πολιτικές για τη μεταλυκειακή εκπαίδευση, την κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση.

Τα σχέδια της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της ακρίβειας

 Με τη συγκεκριμένη επισήμανση η κυβέρνηση μετατοπίζει μέρος της ατζέντας στον σχεδιασμό της επόμενης ημέρας. Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να δείξει ότι δεν αντιμετωπίζει την αγορά εργασίας μόνο με όρους ποσοστών ανεργίας, αλλά και με όρους παραγωγικού μετασχηματισμού. Και εκεί, όπως παραδέχθηκε ο πρωθυπουργός, «υπάρχουν ακόμα σημαντικά περιθώρια βελτίωσης».

Στην κορυφή της κυβερνητικής ατζέντας παραμένει ωστόσο το μέτωπο  της ακρίβειας.Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε την αντιμετώπισή της «κεντρικό σκοπό» και συνέδεσε τη στόχευση αυτή με τη δημιουργία της Ανεξάρτητης Αρχής για τον καταναλωτή. Σύμφωνα με την κυβερνητική προσέγγιση, το νέο αυτό θεσμικό εργαλείο θα επιτρέψει καλύτερη κατανόηση των πραγματικών συνθηκών στην αγορά και θα δώσει τη δυνατότητα για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο.

Πρόκειται για κρίσιμο σημείο, καθώς η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί το πιο επίμονο πρόβλημα στην καθημερινότητα των νοικοκυριών και, ταυτόχρονα, το δυσκολότερο πεδίο για την κυβέρνηση σε πολιτικό επίπεδο. «Η επιλογή να δοθεί έμφαση σε θεσμική ενίσχυση και ελεγκτικού τύπου παρεμβάσεις δείχνει ότι το κυβερνητικό επιτελείο αναζητά πιο μόνιμα εργαλεία παρέμβασης, αντί για αποσπασματικές κινήσεις» τονίζουν κυβερνητικά στελέχη.

Μείωση φορολογίας και αύξηση του κατώτερου μισθού τονώνουν το οικογενειακό εισόδημα

Στο δημοσιονομικό επίπεδο, ο πρωθυπουργός επέμεινε στην «απαρέγκλιτη εκτέλεση του προϋπολογισμού», θέτοντας στο επίκεντρο τόσο τα πρωτογενή πλεονάσματα όσο και την αποκλιμάκωση του χρέους. Το μήνυμα ήταν σαφές: η δημοσιονομική συνέπεια δεν παρουσιάζεται μόνο ως υποχρέωση, αλλά ως αναγκαία βάση για να μπορέσει η κυβέρνηση να χρηματοδοτήσει και να υλοποιήσει τις υπόλοιπες πολιτικές της.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημείωσε ότι ήδη φαίνονται τα πρώτα αποτελέσματα από τις μειώσεις στους φορολογικούς συντελεστές που νομοθετήθηκαν στο τέλος του προηγούμενου έτους, τονίζοντας ότι δημόσιοι υπάλληλοι, συνταξιούχοι, ιδιωτικοί υπάλληλοι -ιδίως όσοι έχουν περισσότερα παιδιά- αλλά και οι νέοι, διαπιστώνουν χειροπιαστό αποτύπωμα στις αποδοχές τους. Στην ίδια γραμμή, υπενθύμισε ότι εκκρεμεί η νέα αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού, η οποία θα αποφασιστεί στο Υπουργικό Συμβούλιο στα τέλη Μαρτίου.

Την εικόνα του κυβερνητικού σχεδιασμού συμπλήρωσε ο Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών παρουσίασε αναλυτικά την πορεία των βασικών χρηματοδοτικών εργαλείων. Σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, το 2025 καταγράφηκε πλήρης εκτέλεση του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων, ύψους 14,6 δισ. ευρώ, με αποτελεσματική χρηματοδότηση έργων και μεταρρυθμίσεων που εντάσσονται τόσο στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας όσο και στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης. Για το 2026, μάλιστα, οι πόροι για τις δημόσιες επενδύσεις αυξάνονται περαιτέρω κατά 14,2%, φτάνοντας τα 16,7 δισ. ευρώ.

Τα εθνικά προγράμματα που στηρίζουν έργα και επιχειρηματικότητα

Παράλληλα, εγκρίθηκε το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030, με συνολικό προϋπολογισμό 16,6 δισ. ευρώ, ενώ προβλέπονται και συμπληρωματικοί πόροι 5,8 δισ. ευρώ για την ολοκλήρωση έργων της προηγούμενης περιόδου. Στο πεδίο του ΕΣΠΑ, η κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η χώρα έκλεισε επιτυχώς την περίοδο 2014-2020 χωρίς απώλεια πόρων, ενώ στην τρέχουσα προγραμματική περίοδο 2021-2027 η Ελλάδα βρίσκεται στην 4η θέση της επίσημης ευρωπαϊκής κατάταξης – στοιχείο που αξιοποιείται ως δείκτης διοικητικής αποτελεσματικότητας.

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στο «Ελλάδα 2.0», το εθνικό πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης. Όπως ανέφερε ο κ. Μαρινάκης, το 2025 υποβλήθηκαν δύο αιτήματα πληρωμής ύψους 3,27 δισ. ευρώ, ενώ οι εκταμιεύσεις προς τη χώρα έφτασαν τα 5,2 δισ. ευρώ. Ήδη έχουν εκταμιευθεί 23,4 δισ. ευρώ, δηλαδή το 65% του συνολικού προϋπολογισμού, ενώ με το πρόσφατο διπλό αίτημα το ποσοστό αναμένεται να ξεπεράσει το 68%, φτάνοντας τα 24,57 δισ. ευρώ. Παράλληλα, έχει επιτευχθεί το 53% των οροσήμων -204 συνολικά- με την κυβέρνηση να προετοιμάζει ήδη το 8ο αίτημα πληρωμής.

Στην ίδια αποτίμηση εντάχθηκαν και το Πρόγραμμα Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, όπου οι προσκλήσεις φτάνουν το 92%, οι εντάξεις το 64% και οι νομικές δεσμεύσεις το 41% του συνολικού προϋπολογισμού των 1,6 δισ. ευρώ, καθώς και τα έργα ΣΔΙΤ, με αιχμή τις ευρυζωνικές υποδομές υπερυψηλής ταχύτητας, οδικά έργα όπως το Θεσσαλονίκη-Έδεσσα και το Δράμα-Αμφίπολη, τις φοιτητικές εστίες του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και το έργο διαχείρισης απορριμμάτων στη Στερεά Ελλάδα.

Τέλος, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανέδειξε τον ρόλο της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, επισημαίνοντας ότι το 2025 τριπλασίασε την αξία των δραστηριοτήτων της σε σχέση με το 2024, με εγκρίσεις δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις ύψους 2,9 δισ. ευρώ και πάνω από 16.500 δάνεια. Η επισήμανση αυτή έρχεται να ενισχύσει το κυβερνητικό επιχείρημα ότι η ανάπτυξη δεν εξαντλείται στους μεγάλους δείκτες, αλλά περνά και μέσα από τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Η ατζέντα της επόμενης ημέρας για την κυβέρνηση περιλαμβάνει δημοσιονομική σταθερότητα και συνέπεια στις μεταρρυθμίσεις, σε συνδυασμό με την πλήρη αξιοποίηση επενδυτικών και χρηματοδοτικών εργαλείων, ώστε να στηριχθούν η ανάπτυξη και η κοινωνική συνοχή. Το κρίσιμο πολιτικό ζητούμενο, όμως, παραμένει και για το 2026 το ίδιο, κατά πόσο δηλαδή οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες και η ισχυρή απορρόφηση πόρων θα μεταφραστούν στην καθημερινότητα των πολιτών, σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια και το αυξημένο κόστος ζωής εξακολουθούν να πιέζουν τα νοικοκυριά.