Τέμπη: Συγκλονίζουν οι συγγενείς των θυμάτων – Τι πρότεινε η Εισαγγελέας για το κινητό του σταθμάρχη
Μετά τις συγκλονιστικές και ιδιαίτερα φορτισμένες, συναισθηματικά, καταθέσεις των οικογενειών Βλάχου και Πλακιά, η δίκη για τη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη συνεχίζεται σήμερα στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας με νέες καταθέσεις μαρτύρων υποστήριξης της κατηγορίας.
“Ανικανότητα, αμέλεια, διαφθορά και σύγκρουση. Είναι οι τέσσερις λέξεις που περιλαμβάνουν το συμπέρασμα για το πως οδηγηθήκαμε σήμερα εδώ” δήλωσε μετά την κατάθεσή του ο Νίκος Πλακιάς.
Με αυτές τις τέσσερις λέξεις ο πατέρας της Θώμης και της Χρύσας, αλλά και θείος της Αναστασίας-Μαρίας περιέγραψε στο δικαστήριο όσα οδήγησαν μέχρι τη σύγκρουση των τρένων στα Τέμπη και την τραγωδία με τους 57 νεκρούς, αλλά και όσα ακολούθησαν, με την αλλοίωση του χώρου του δυστυχήματος.
Η δικαστική αίθουσα γέμισε για άλλη μια μέρα από τις φωνές των οικογενειών των θυμάτων που εδώ και 3,5 χρόνια ζητούν απαντήσεις και δικαίωση.
“Να αποδοθεί δικαιοσύνη για το παιδί μου. Περιμένω απαντήσεις και αποφάσεις. Σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις κουλτούρες, τους νεκρούς τους σέβονται. Εδώ τους πετάξανε στον κάμπο της Λάρισας” δήλωσε η Μαρία Θεοδωρή, μητέρα του Βάιου Βλάχου και αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στα όσα ακολούθησαν τη σύγκρουση, στην ταυτοποίηση των θυμάτων, αλλά και στο μπάζωμα, καθώς ήταν η οικογένεια που με δικές της έρευνες εντόπισε στο Κουλούρι Λάρισας συντρίμμια και βιολογικό υλικό.
Και συγκλόνισε με τη φράση με την οποία ολοκλήρωσε την κατάθεσή της.
“Ο Βάιος Βλάχος θα είναι πάντα 34 ετών και εγώ θα είμαι πάντα 59 ετών, γιατί ο χρόνος σταμάτησε τον Φλεβάρη του 2023” είπε προς το δικαστήριο και τους λειτουργούς της δικαιοσύνης που την παρακολουθούσαν με προσοχή.
Ο σύζυγός της, Χρήστος Βλάχος σημείωσε, μεταξύ άλλων, πως το δυστύχημα στα Τέμπη ήταν μια κρατική δολοφονία. “Ευθύνεται αποκλειστικά το Κράτος” είπε, προσθέτοντας πως η δικογραφία είναι σημαντική γιατί έδωσε σάρκα και οστά στην αφηρημένη έννοια της διαφθοράς.
Σε φορτισμένο κλίμα κατέθεσε και η αδελφή του Γιάννη Τζοβάρα, του ελεγκτή στο μοιραίο Intercity 62.
“Δεν περίμενα ποτέ ότι θα είμαι μάρτυρας σε δικαστήριο για τη δολοφονία του αδελφού μου. Όταν καταργήθηκε η θέση του προϊσταμένου αμαξοστοιχίας μου είχε πει «θα μας σκοτώσουν οι μαλ…., θα μας σκοτώσουν».
Σε άλλο σημείο της κατάθεσής της, αναφέρθηκε και στη μετάταξη του μοιραίου σταθμάρχη.
Όπως είπε, ο αδελφός της, τής είχε επισημάνει πως «είχαμε αχθοφόρο που έγινε σταθμάρχης για να παίρνει μεγαλύτερο μισθό. Ευτυχώς δεν είναι στον σταθμό της Λάρισας» της έλεγε και πρόσθεσε ότι δεν άκουσε καμία συγγνώμη από κανέναν, ούτε από τη Hellenic Train.
Στα προβλήματα του σιδηροδρόμου αναφέρθηκε και η Σόνια Αρνή, αρραβωνιαστικιά του δεύτερου μηχανοδηγού της επιβατικής Νίκου Ναλμπαντη, η οποία μίλησε για την απουσία συστημάτων ασφαλείας και φωτοσήμανσης.
«Μου είναι δύσκολο που είμαι εδώ, και για όλα αυτά τα χρόνια, ο Νίκος ήταν ο άνθρωπός μου, είχαμε όνειρα, να κάνουμε παιδιά. Θέλω να αποδοθεί δικαιοσύνη. Είτε είναι πολιτικά πρόσωπα είτε δεν είναι, που έχουν ευθύνη για ό,τι έγινε», τόνισε.
Για καρικατούρα σιδηροδρόμου, απαξίωση και εγκατάλειψη που ξεκίνησε το 2010 με τις μετατάξεις έκανε λόγο, μεταξύ άλλων, ο Ευθύμιος Οικού, πατέρας του Δημήτρη Οικού, μηχανοδηγού που επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη ως επιβάτης του Ιντερσίτι, ενώ στα προβλήματα που μάθαινε από τον ίδιο, ακόμα και σε επικοινωνία τους το μοιραίο βράδυ αναφέρθηκε και η αδερφή του, Σμαρώ Οικού.
Στο δικαστήριο κατέθεσε χθες και η πρώτη από τους επιβάτες, η δικηγόρος Αγγελική Γεωργάκη, η οποία επέβαινε στο βαγόνι 5.
“Ακούστηκε ένας εκκωφαντικός ήχος, σαν να έσκασε βόμβα. Επικρατούσε πανικός. Η αμαξοστοιχία ήταν σαν να μπαίνει μέσα σε ένα στεφάνι φωτιάς. Ακουγόταν ένας περίεργος ήχος και φοβήθηκα ότι θα εκραγεί” είπε μεταξύ άλλων.
Μετά τις καταθέσεις των συγγενών, η εισαγγελέας πρότεινε να γίνει δεκτό το αίτημα των συγγενών θυμάτων να ελεγχθεί το κατασχεμένο κινητό του κατηγορούμενου σταθμάρχη της νυχτερινής βάρδιας. Συγκεκριμένα, να διενεργηθεί εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη στη συσκευή, για να ελεγχθούν οι εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις, τα εισερχόμενα και εξερχόμενα SMS, MMS, καθώς και οι εφαρμογές επικοινωνίας και σε περίπτωση που διαπιστωθούν σβησμένα αρχεία, να γίνει προσπάθεια ανάκτησης, με το δικαστήριο να επιφυλάσσεται.