ΟΠΕΚΕΠΕ: Η κυβέρνηση ζητά γρήγορες απαντήσεις- «Όχι» στα «μανταλάκια» και τις διαρροές

ΟΠΕΚΕΠΕ: Η κυβέρνηση ζητά γρήγορες απαντήσεις- «Όχι» στα «μανταλάκια» και τις διαρροές

Θεσμική… ψυχραιμία, γρήγορη δικαστική διερεύνηση και αποφυγή πρόωρων συμπερασμάτων είναι η θέση της κυβέρνησης για τα πορίσματα της ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τις εξελίξεις που αφορούν την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Για το κυβερνητικό επιτελείο πριν από την πλήρη αποτύπωση όλων των δεδομένων κάθε υπόθεσης δεν μπορεί να διατυπώνεται οριστική κρίση ούτε πολιτικά ούτε δικαστικά.

Από το Μαξίμου κάνουν λόγο για «δικαιολογημένες ενστάσεις» από πολλούς που βρίσκονται στο επίκεντρο της δημοσιότητας τις τελευταίες ημέρες, σημειώνοντας ότι στην Ελλάδα έχει παγιωθεί η κακή συνήθεια άνθρωποι να «κρεμιούνται στα μανταλάκια» προτού εξεταστούν ουσιαστικά τα στοιχεία.

Κατά την κυβερνητική ανάγνωση, αρκετές από τις υποθέσεις που παρουσιάζονται με βεβαιότητα στη δημόσια σφαίρα αποδεικνύονται στην πράξη πιο σύνθετες ή και διαφορετικές από την πρώτη εικόνα που έχει δημιουργηθεί.

Με αυτό το σκεπτικό, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση, ως φορέας της εκτελεστικής εξουσίας, δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαθιστά τη Δικαιοσύνη. Ούτε, όπως ανέφερε, μπορεί να αποδίδει ενοχή ή αθωότητα σε πρόσωπα που τελούν ακόμη υπό διερεύνηση. Η γραμμή είναι σαφής: χωρίς πλήρη γνώση των δεδομένων, κάθε κρίση είναι πρόωρη και θεσμικά επισφαλής.

Οι διαρροές και η ανάγκη πλήρους εικόνας

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο κ. Μαρινάκης και στο ζήτημα των διαρροών, το οποίο το Μέγαρο Μαξίμου θεωρεί εξαιρετικά προβληματικό. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επεσήμανε ότι εδώ και μήνες καταγράφονταν πληροφορίες και διαρροές για τη λεγόμενη «δεύτερη δικογραφία ΟΠΕΚΕΠΕ», πριν ακόμη αυτή φτάσει επίσημα στη Βουλή, κάτι που κατά την κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρείται φυσιολογικό σε ένα κράτος δικαίου.

Στο ίδιο πλαίσιο, ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει κατηγορία ούτε υπαινιγμός πως οι διαρροές αυτές προέρχονται αναγκαστικά από την ίδια την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Όπως σημείωσε, σε τέτοιες διαδικασίες εμπλέκονται πολλά πρόσωπα, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να εξαχθούν αβίαστα συμπεράσματα για την πηγή των πληροφοριών. Ωστόσο, η πολιτική ουσία της παρέμβασής του ήταν ότι σε τόσο σοβαρές υποθέσεις η δημόσια εικόνα πρέπει να σχηματίζεται από το σύνολο των στοιχείων και όχι από αποσπασματικές διαρροές που αλλοιώνουν την κρίση της κοινής γνώμης.

«Η Δικαιοσύνη πρέπει να κινηθεί γρήγορα»

Ο Παύλος Μαρινάκης στάθηκε και στην ανάγκη επίσπευσης των δικαστικών διαδικασιών. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έθεσε ανοιχτά το θέμα του χρόνου, επισημαίνοντας ότι για την πλειονότητα των περιπτώσεων γίνεται λόγος για πλημμεληματικού χαρακτήρα αδικήματα, τα οποία υπάγονται σε πενταετή παραγραφή. Αυτό σημαίνει, όπως εξήγησε, ότι για πράξεις που ανάγονται στο 2021, και ειδικότερα στο διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου εκείνης της χρονιάς, η Δικαιοσύνη οφείλει μέχρι το καλοκαίρι ή το αργότερο έως τις αρχές φθινοπώρου να έχει καταλήξει αν θα ασκηθούν διώξεις, αν θα υπάρξει παραπομπή στο ακροατήριο ή αν η υπόθεση θα τεθεί στο αρχείο.

Από το Μαξίμου επισημαίνουν  ότι σε μια υπόθεση με τόσο μεγάλο δημόσιο ενδιαφέρον δεν χωρούν ούτε καθυστερήσεις ούτε θολές εκκρεμότητες. Μάλιστα , επειδή η διερεύνηση αφορά αιρετούς εκπροσώπους των πολιτών και μέλη της νομοθετικής εξουσίας, όπως λένε, η Δικαιοσύνη καλείται να κινηθεί με ιδιαίτερη σπουδή, όχι βιαστικά αλλά αποτελεσματικά, ώστε η κοινωνία να λάβει καθαρές απαντήσεις.

Το τεκμήριο αθωότητας και τα ψηφοδέλτια της ΝΔ

Αναφορικά με το πολιτικό σκέλος και ειδικότερα με τη συμμετοχή των υπό διερεύνηση βουλευτών στα ψηφοδέλτια της ΝΔ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεκαθάρισε ότι η σχετική απόφαση αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του εν ενεργεία πρωθυπουργού. Παράλληλα, υπογράμμισε εκ νέου ότι το τεκμήριο αθωότητας ισχύει απολύτως και δεν μπορεί να αναστέλλεται επειδή μια υπόθεση προκαλεί πολιτικό θόρυβο.

Ειδική αναφορά έκανε στις δύο περιπτώσεις βουλευτών που συνδέονται με βαρύτερες κατηγορίες, σημειώνοντας ότι οι ίδιοι επέλεξαν, όσο η υπόθεσή τους παραμένει ανοιχτή, να μη θέσουν υποψηφιότητα. Για τις υπόλοιπες περιπτώσεις, όμως, η κυβέρνηση δεν βλέπει αυτή τη στιγμή αντίστοιχο ζήτημα, ακριβώς επειδή το στάδιο της διερεύνησης δεν ισοδυναμεί ούτε με ενοχή ούτε με καταδίκη.

Η αναφορά του και στα στοιχεία περί άρσης ασυλίας ήταν ενδεικτική της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας. Από το 2019 μέχρι σήμερα, όπως τόνισε, έχουν βρεθεί σε καθεστώς άρσης ασυλίας 97 βουλευτές από όλα τα κόμματα, εκ των οποίων οι 20 προέρχονται από τη Νέα Δημοκρατία απαντώντας εμμέσως στις αντιπολιτευτικές αιχμές περί πολιτικής απονομιμοποίησης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.