Οδηγός MICHELIN: Τι σημαίνει για τη Θεσσαλονίκη η ένταξή της στον γαστρονομικό οδηγό

Οδηγός MICHELIN: Τι σημαίνει για τη Θεσσαλονίκη η ένταξή της στον γαστρονομικό οδηγό
Στον Οδηγό MICHELIN περιλαμβάνονται από εστιατόρια μεγάλων ξενοδοχείων, αστικά εστιατόρια, μικρά μπιστρό, μέχρι και πάγκοι street food! (φωτ. Ντέπυ Χιωτοπούλου)

Η ένταξη της Θεσσαλονίκης στον διάσημο κόκκινο οδηγό MICHELIN, ο οποίος φέτος κλείνει έναν αιώνα ζωής, την τοποθετεί στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη της γαστρονομίας. Όλα όσα θέλετε να μάθετε για το τι σημαίνει Οδηγός MICHELIN στο πλήρες ρεπορτάζ του TheOpinion.

Ρεπορτάζ: Ντέπυ Χιωτοπούλου (hiotopoulou@gmail.com)

Έχει εστιατόρια η Θεσσαλονίκη που είναι ικανά να κερδίσουν αστέρι Michelin ή να κατακτήσουν το σήμα Bib Gourmand; Ποια είναι τα κριτήρια των Επιθεωρητών; Πότε θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα, πώς φτάσαμε στην ένταξη, πόσο κόστισε;

Η Θεσσαλονίκη με την πολυπολιτισμικότητά της, η πρώτη ελληνική πόλη που εντάχθηκε στο Δίκτυο Δημιουργικών Πόλεων Γαστρονομίας της UNESCO, το 2021, κάνει πλέον το επόμενο βήμα, σ’ ότι αφορά τη γαστρονομία της: για πρώτη φορά εντάσσεται με πλήρη αξιολόγηση όλων των πιθανών διακρίσεων (full selection) στον διάσημο οδηγό γαστρονομίας MICHELIN.

«Θεσσαλονίκη: Ως το ιστορικό βόρειο λιμάνι της Ελλάδας, η Θεσσαλονίκη αφηγείται την ιστορία της μέσα από το φαγητό. Η γαστρονομική σκηνή της Θεσσαλονίκης είναι ζωντανή και προσιτή, βαθιά συνδεδεμένη με τη λαϊκή κουζίνα, τους μεζέδες και τις αγορές, ενώ παραμένει ανοιχτή σε σύγχρονες ερμηνείες» αναφέρει, μεταξύ άλλων, η παρουσίαση της Θεσσαλονίκης στην διαδικτυακή πύλη του Οδηγού MICHELIN, καθώς για το 2026, η Ελλάδα θα ενισχύει την παρουσία της στον MICHELIN Guide με την εκ νέου επιλογή εστιατορίων για την Αθήνα (full selection), τη Θεσσαλονίκη και τη Σαντορίνη.

Η συνεργασία του ΕΟΤ με τον MICHELIN Guide

Τον περασμένο Δεκέμβριο, και συγκεκριμένα στις 17/12/2025, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού ανακοίνωσε την επέκταση της συνεργασίας του με τη MICHELIN Guide, στο πλαίσιο της στρατηγικής του για την ενίσχυση της διεθνούς αναγνωρισιμότητας της Ελλάδας ως γαστρονομικού προορισμού παράδοσης και υψηλής ποιότητας.

Μέρος του μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού του Υπουργείου Τουρισμού και του ΕΟΤ για την προώθηση της ελληνικής γαστρονομίας, αποτέλεσε η περαιτέρω διεύρυνση του Οδηγού MICHELIN και σε άλλους ελληνικούς προορισμούς, βάσει στρατηγικού οδικού χάρτη, που έχει συμφωνηθεί με τον ΕΟΤ ως Destination Partner του Οδηγού MICHELIN στην Ελλάδα.

Πρόκειται για τη Θεσσαλονίκη και τη Σαντορίνη, και όπως σχολίασε ο γενικός διευθυντής του MICHELIN Guide Gwendal Poullennec «Η νέα αυτή έκδοση θα στρέψει το ενδιαφέρον σε μια χώρα όπου η γαστρονομία συνεχίζει να συναρπάζει, να εμπνέει και να προσελκύει λάτρεις του καλού φαγητού από όλο τον κόσμο.».

Στο πλαίσιο της στρατηγικής του ΕΟΤ για την ενίσχυση της διεθνούς αναγνωρισιμότητας της Ελλάδας ως γαστρονομικού προορισμού παράδοσης και υψηλής ποιότητας, το πρόγραμμα διαφημιστικής προβολής της Ελλάδας μέσα από την πλατφόρμα του Michelin Guide 2026 περιλαμβάνοντας την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τη Σαντορίνη, σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς ανέρχεται περίπου σε 483.000 ευρώ.

Ο ρόλος της δημοτικής αρχής

Η νέα συνεργασία μεταξύ ΕΟΤ και MICHELIN Guide, συμπεριλαμβάνοντας για το 2026, τόσο τη Θεσσαλονίκη όσο και τη Σαντορίνη, ήταν αποτέλεσμα πολύμηνων συζητήσεων μεταξύ του Οργανισμού, των φορέων και του Οδηγού.

Όπως δήλωσε στο TheOpinion.gr ο αντιδήμαρχος Τουρισμού & Πολιτισμού Δήμου Θεσσαλονίκης Βασίλης Γάκης, ο οποίος συμμετείχε στις διαδικτυακές αλλά και στις δια ζώσης συναντήσεις με εκπροσώπους του MICHELIN Guide, ήταν μια προσωπική επαφή του δημάρχου με την υπουργό Τουρισμού και τον γ.γ. του ΕΟΤ, πριν έναν περίπου χρόνο, ούτως ώστε να στηρίξει ο ΕΟΤ την χρηματοδότηση του προγράμματος Michelin».

Από την πλευρά του ο δήμαρχος Στέλιος Αγγελούδης, ανέφερε χαρακτηριστικά στο TheOpinion.gr «Δεν είναι μόνο τα εστιατόρια που θα πάρουν τη διάκριση, είναι ότι ανεβαίνει ποιοτικό επίπεδο η πόλη, είναι ότι η Θεσσαλονίκη μπαίνει σε μια νέα εποχή, ανοίγοντας ένα καινούργιο κεφάλαιο στην ποιοτική τουριστική της ανάπτυξη, αξιοποιώντας τον γαστρονομικό της πλούτο.»

Για ένα δύσκολο αλλά πολύ καλό βήμα μιλάει σχετικά με την ένταξη της Θεσσαλονίκης στον Οδηγό MICHELIN ο Χρήστος Γκότσης αντιπρόεδρος της Culinary Professionals Greece, ο οποίος μιλώντας στο TheOpinion.gr επισημαίνει ότι χρειάζεται πολύ δουλειά από όλους, «όχι μόνο από τους εστιάτορες, όχι μόνο από τους μάγειρες, από όλους, πρέπει να δουλέψουμε πάνω σ’ αυτό, δεν είναι εύκολο το βήμα, αλλά είναι πολύ καλό βήμα» υπογραμμίζει.

Η Θεσσαλονίκη μπαίνει στον παγκόσμιο γαστρονομικό χάρτη

Για το νούμερο ένα εργαλείο αξιολόγησης και μάρκετινγκ εστιατορίων παγκοσμίως, μιλούν σεφ και εστιάτορες της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι νιώθουν μεγάλη ικανοποίηση και αγωνία σχετικά με την ένταξη της πόλης στον οδηγό MICHELIN.

«Τι σημαίνει αυτό, ότι όποιος ενδιαφέρεται για τη γαστρονομία και το καλό φαγητό ανοίγει τον οδηγό Michelin και επιλέγει πού θα πάει να φάει» δηλώνει στο TheOpinion.gr ο executive chef ιστορικού εστιατορίου της Θεσσαλονίκης Δημήτρης Τασιούλας, ο οποίος διετέλεσε και ως chef ambassador της πόλης συμμετέχοντας σε μαγειρικές εκδηλώσεις στο πλαίσιο των δράσεων της ως μέλος του Δικτύου Δημιουργικών Πόλεων Γαστρονομίας της UNESCO.

Όπως τονίζει ο κ. Τασιούλας, «υπάρχει ένα 10% – 15% τουριστών που ταξιδεύει, βλέποντας εκ των προτέρων πού έχει εστιατόρια που προτείνει ο οδηγός Michelin και επιλέγουν προορισμό. Εάν δεν υπάρχουν, πιθανότατα να μην τον επιλέξουν αυτόν τον προορισμό» προσθέτοντας «το ότι η Θεσσαλονίκη μπαίνει στον οδηγό Michelin, σημαίνει ότι μπαίνει στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη της γαστρονομίας.»

2-3 εστιατόρια με αστέρι MICHELIN;

«Μπορεί η Θεσσαλονίκη να υποστηρίξει εστιατόρια τα οποία θα συμπεριληφθούν στον διάσημο οδηγό MICHELIN;» ρωτήσαμε τον κ. Τασιούλα.

«Προφανώς και μπορεί η Θεσσαλονίκη να υποστηρίξει με δυο – τρία εστιατόρια με 1 αστέρι Michelin, θεωρώ ότι είναι κοντά σ’ αυτό το επίπεδο και θα το παλέψουν, άλλα 4-5 εστιατόρια να αξιολογηθούν με Bib Gourmand -δηλαδή εστιατόρια που είναι πολύ προσεγμένα, δεν έχουν απαραίτητα δημιουργικότητα, αλλά είναι πολύ προσεγμένα, και αρκετά να αναφερθούν στον Οδηγό, χωρίς αστέρι, χωρίς Bib Gourmand, αλλά ότι έχουν ενδιαφέρον να το επισκεφτεί κανείς» υπογραμμίζει.

Αξιοπιστία και ο πήχης… ψηλά!

Κάτι ακόμα στο οποίο στέκεται ο κ. Τασιούλας είναι το γεγονός ότι ο Οδηγός MICHELIN, είναι ο μόνος αξιόπιστος, ο οποίος κάθε χρόνο αξιολογείται από την Deloitte, σχετικά με το κατά πόσο οι διαδικασίες είναι σωστές και αδιάβλητες.

«Οι αξιολογήσεις είναι αδιάβλητες, οι κριτές έρχονται, πληρώνουν το γεύμα τους, δεν λένε τίποτα, έρχονται 3-4 φορές σε κάθε εστιατόριο και στο τέλος αξιολογούν» δηλώνει ο executive chef λέγοντας πως μπορεί να είναι ένας ο επιθεωρητής, μπορεί όμως να είναι και 2 και 3 άτομα.

Με το που θα αποκαλυφθούν τα αποτελέσματα του Οδηγού MICHELIN, όπως μας λέει ο κ. Τασιούλας, «θα βάλει τον πήχη σ’ έναν ύψος, και όλοι, αυτοί που τον έχουν φτάσει, αυτοί που είναι παρακάτω, αυτοί που δεν υπάρχουν καν, θα προσπαθήσουν να φτάσουν αυτόν τον πήχη, και θα υπάρχει ένα υγιές σύστημα ανταγωνισμού.»

Να σημειώσουμε ότι η εναρκτήρια επιλογή και για τους τρεις προορισμούς (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Σαντορίνη) θα αποκαλυφθεί το δεύτερο εξάμηνο του 2026, κατά εκτίμηση, τον Νοέμβριο του 2026.

Η γαστρονομική κουλτούρα της Θεσσαλονίκης

H Nτίνα Τέρτση είναι 4ης γενιάς εστιάτορας και διατηρεί, ίσως, το παλαιότερο εστιατόριο της Θεσσαλονίκης, το οποίο μετράει «80 χρόνια επίσημα, έχουμε ξεπεράσει τα 92 ανεπίσημα γιατί οι άδειες ξεκινούσαν από το 1945 με χαρτιά» δηλώνει στο TheOpinion.gr.

Ρωτήσαμε και την δική της άποψη περί Οδηγού MICHELIN και το τι σημαίνει αυτή η ένταξη της Θεσσαλονίκης.

Όπως ανέφερε, θεωρώντας τον Οδηγό Michelin ως ένα εργαλείο τουριστικού μάρκετινγκ, θα είναι πολύ μεγάλο όφελος και επιτυχία για τη Θεσσαλονίκη.

«Θέλω να πιστεύω ότι θα έχουμε προτάσεις Michelin, που θα αποδείξουν ότι η Θεσσαλονίκη είναι ένας γαστρονομικός προορισμός, παραπάνω από αξιοπρεπής, με ποιότητα, με ιστορία, με γαστρονομική κουλτούρα» δήλωσε η κα. Τέρτση προσθέτοντας πως οι μάγειροι και τα εστιατόρια θα πρέπει να εστιάσουν στις παρεχόμενες υπηρεσίες, στο καλό αποτέλεσμα, στην καλή ποιότητα στην πρώτη ύλη.

Χωρίς προσδοκίες για εστιατόρια με αστέρι (α) MICHELIN

Ο Οδηγός MICHELIN εδώ και έναν αιώνα, από το 1926, απονέμει αστέρια σε εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας. Πέντε χρόνια αργότερα, εισήχθη μια ιεραρχία μηδέν, ενός, δύο και τριών αστεριών και το 1936 δημοσιεύθηκαν τα κριτήρια για την κατάταξη με αστερίσκο.

Το 1997, ο Οδηγός εισήγαγε το Bib Gourmand, μια ειδική διάκριση που αναγνωρίζει εστιατόρια που σερβίρουν φαγητό υψηλής ποιότητας σε εξαιρετική σχέση ποιότητας-τιμής.

Ενώ από το 2016, και συγκεκριμένα στην έκδοση του 2016 του οδηγού του Παρισιού, κυκλοφόρησε ένα ολοκαίνουργιο σύμβολο L’assiette ή The Plate για να αναγνωρίσει εστιατόρια που «απλώς σερβίρουν καλό φαγητό».

«Ποια είναι η άποψη της κυρίας Τέρτση σχετικά με την απονομή εστιατορίων της Θεσσαλονίκης με αστέρι MICHELIN;»

«Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πάρα πολλές προσδοκίες, γιατί το επίπεδο δεν είναι, τουλάχιστον, σε σημείο αστεριού. Δεν προσδοκώ σε αστέρια. Έχουμε πολύ καλούς σεφ στην πόλη, αλλά όχι σε επίπεδο που να μπορεί να υποστηριχθεί και ένα εστιατόριο αστεριού στη Θεσσαλονίκη. Αυτά τα εστιατόρια δεν έχουν μέλλον εμπορικό, δυστυχώς, στην πόλη μας» υπογραμμίζει στο TheOpinion.gr η κα. Τέρτση.

Όπως η ίδια συμπληρώνει, «εύχομαι οι υπόλοιπες βαθμίδες Michelin να κινηθούν με κριτήρια ποιότητας, αξιοπιστίας, γαστρονομικής κουλτούρας και ιστορικότητας και εκεί πιστεύω ότι θα έχουμε πάρα πολλές επιλογές.»

Θα μπορούσε να επιβιώσει ένα Michelinάτο εστιατόριο στη Θεσσαλονίκη;

Τα διάσημα αστέρια MICHELIN αποφασίζονται σε ειδικές συναντήσεις στις οποίες παρευρίσκονται ο Διεθνής Διευθυντής των Οδηγών MICHELIN, ο τοπικός Εκδότης και όλοι οι Επιθεωρητές που εμπλέκονται στην επιλογή. «Με απλά λόγια, απονέμουμε Αστέρια MICHELIN σε εστιατόρια που προσφέρουν εξαιρετική μαγειρική» αναφέρεται στο MICHELIN Guide.

Σχετικά με το εάν θα μπορούσε να σταθεί ένα εστιατόριο με αστέρι MICHELIN στη Θεσσαλονίκη, η κα. Τέρτση μας αναλύει τον προβληματισμό της: «Η ποιότητα και ο τρόπος που δουλεύουν τα εστιατόρια MICHELIN είναι σχεδόν μη βιώσιμος, που σημαίνει ότι θα πρέπει να υποστηρίζεται από ένα Ίδρυμα ή από ένα μεγάλο ξενοδοχείο» αναφερόμενη σε Michelinάτα εστιατόρια της Αθήνας.

Όπως μας εξηγεί η 4ης γενιάς εστιάτορας, πολύ σημαντικό παράγοντα έχει και η μαγειρική ικανότητα. «Είμαστε σε γενιές οι οποίες δεν έχουν την πιστότητα, τη φιλοδοξία και τη συνέπεια να μπουν σε ομάδες MICHELIN, ακόμη και αν ένας πρώτος μάγειρας είναι τόσο καλός, ένας σεφ μόνος του, με μια νεανική ομάδα, πόσα μπορεί να κάνει;» και αναρωτιέται «αν είχαμε ένα Michelinato εστιατόριο στη Θεσσαλονίκη, θα μπορούσε να επιβιώσει;»

Ο Οδηγός MICHELIN, τα κριτήρια, οι επιθεωρητές, οι βαθμίδες

Όπως προαναφέραμε ο Οδηγός MICHELIN φέτος κλείνει έναν αιώνα ζωής. Από το 1926, έχει γίνει το παγκόσμιο πρότυπο για τον εντοπισμό των καλύτερων εστιατορίων στον κόσμο, από πολυτελείς προορισμούς υψηλής γαστρονομίας μέχρι κρυμμένα γαστρονομικά διαμάντια.

Πέντε είναι τα κριτήρια που καθοδηγούν τους Επιθεωρητές κατά τη διάρκεια των αξιολογήσεών τους:

1.η ποιότητα των υλικών,

2.η άριστη γνώση των μαγειρικών τεχνικών,

3.η αρμονία των γεύσεων,

4.η προσωπικότητα και το συναίσθημα που μεταφέρει ο σεφ στα πιάτα και

5.η συνέπεια, τόσο σε ολόκληρο το μενού όσο και σε διαφορετικές επισκέψεις.

Αυτά τα κριτήρια, τα οποία αποτελούν το κλειδί των ομάδων επιθεώρησης διεθνώς, εγγυώνται την ομοιογένεια των επιλογών του Οδηγού MICHELIN και, δεδομένου ότι εφαρμόζονται μόνο στην κουζίνα που σερβίρεται από ένα κατάστημα, καθιστούν δυνατή την αξιολόγηση όλων των τύπων εστιατορίων και γαστρονομικών προσφορών, από ένα food court στην Ταϊβάν μέχρι ένα εστιατόριο σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στο Παρίσι.

Οι επιθεωρητές εστιατορίων δεν εξετάζουν την εσωτερική διακόσμηση, το στρώσιμο του τραπεζιού ή την ποιότητα των υπηρεσιών όταν απονέμουν αστέρια.

«Στην Ταϊλάνδη υπάρχουν καντίνες που παίρνουν αστέρι Michelin» επιβεβαιώνει τα παραπάνω ο executive chef Δημήτρης Τασιούλας λέγοντας πως οι επιθεωρητές «αξιολογούν το φαγητό, δεν αξιολογούν αν το εστιατόριο έχει ακριβό ποτήρι.»

Οι Επιθεωρητές του Οδηγού MICHELIN αποτελούν τον βασικό κορμό της έκδοσης από το 1933. Συμπεριφέρονται όπως οποιοσδήποτε άλλος πελάτης, ώστε να διασφαλίσουν ότι οι αναγνώστες θα έχουν την ίδια εμπειρία με αυτούς. Η ανωνυμία και η ανεξαρτησία είναι τα πιο χρήσιμα όπλα τους! Κλείνουν τραπέζι πάντα με ένα από τα ψεύτικα ονόματά τους, παραγγέλνουν, τρώνε μεσημεριανό ή βραδινό και πληρώνουν τον λογαριασμό τους εξ ολοκλήρου, όπως όλοι οι άλλοι.

Ένας Επιθεωρητής καταγράφει περισσότερα από 250 ανώνυμα γεύματα ετησίως από σε εστιατόρια μεγάλων ξενοδοχείων, αστικά εστιατόρια, μικρά μπιστρό, παμπ, ακόμη και σε πάγκους street food.

Σ’ ότι αφορά τις βαθμίδες, είναι τα:

Αστέρια MICHELIN, ενός, δύο και τριών αστεριών, που απονέμονται σε εστιατόρια που προσφέρουν εξαιρετική μαγειρική, περιλαμβάνοντας τα πέντε κριτήρια που προαναφέραμε

Bib Gourmand που καθιερώθηκε από το 1997, και τιμά εστιατόρια σε όλο τον κόσμο που σερβίρουν εξαιρετικό φαγητό σε εξαιρετική σχέση ποιότητας-τιμής.

Μια εξίσου αξιόλογη βαθμολογία που αναγνωρίζει φιλικά καταστήματα που σερβίρουν καλό φαγητό σε μέτριες τιμές. Σε περισσότερα από 3.000 εστιατόρια παγκοσμίως, το καθένα έχει τον δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα. Αυτό που έχουν κοινό τα εστιατόρια Bib είναι το απλούστερο στυλ μαγειρέματος, που αφήνουν στον πελάτη μια ιδιαίτερη αίσθηση ικανοποίησης που έχει δειπνήσει τόσο καλά χωρίς να ξοδέψει μια περιουσία

The Plate, που αναγνωρίζει εστιατόρια που «απλώς σερβίρουν καλό φαγητό».

Πώς ξεκίνησε

Ο Οδηγός MICHELIN δεν ξεκίνησε ως ο εμβληματικός οδηγός εστιατορίων που θεωρείται σήμερα. Ο μικρός κόκκινος οδηγός σχεδιάστηκε αρχικά απλώς για να ενθαρρύνει περισσότερους οδηγούς να βγουν στους δρόμους.

Όλα ξεκίνησαν στο Clermont-Ferrand στην κεντρική Γαλλία το 1889, όταν οι αδελφοί Αντρέ και Εντουάρ Μισελέν ίδρυσαν την ομώνυμη εταιρεία ελαστικών τους, τροφοδοτούμενοι από ένα μεγάλο όραμα για τη γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία σε μια εποχή που υπήρχαν λιγότερα από 3.000 αυτοκίνητα στη χώρα.

Προκειμένου να βοηθήσουν τους οδηγούς να αναπτύξουν τα ταξίδια τους – ενισχύοντας έτσι τις πωλήσεις αυτοκινήτων και με τη σειρά τους, τις αγορές ελαστικών – οι αδελφοί Μισελέν δημιούργησαν έναν μικρό οδηγό γεμάτο με χρήσιμες πληροφορίες για τους ταξιδιώτες, όπως χάρτες, πληροφορίες για το πώς να αλλάξουν ένα ελαστικό, πού να συμπληρώσουν βενζίνη και, υπέροχα – για τον ταξιδιώτη που αναζητά ανάπαυλα από τις περιπέτειες της ημέρας – μια λίστα με μέρη για φαγητό ή για να βρουν καταφύγιο για τη νύχτα.

Για δύο δεκαετίες, όλες αυτές οι πληροφορίες παρέχονταν δωρεάν. Μέχρι που ο Αντρέ Μισελέν έφτασε σε ένα κατάστημα ελαστικών για να δει τους αγαπημένους του οδηγούς να χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έναν πάγκο εργασίας. Με βάση την αρχή ότι «ο άνθρωπος σέβεται πραγματικά μόνο αυτό για το οποίο πληρώνει», ένας ολοκαίνουργιος οδηγός MICHELIN κυκλοφόρησε το 1920 και πωλήθηκε για επτά φράγκα.

Για πρώτη φορά, περιελάβανε μια λίστα με ξενοδοχεία στο Παρίσι και λίστες εστιατορίων ανάλογα με τις συγκεκριμένες κατηγορίες.

Αναγνωρίζοντας την αυξανόμενη επιρροή του τμήματος εστιατορίων του οδηγού, οι αδελφοί Μισελέν στρατολόγησαν μια ομάδα επιθεωρητών εστιατορίων, για να επισκέπτονται και να αξιολογούν εστιατόρια ανώνυμα.

Ο Οδηγός MICHELIN αξιολογεί πάνω από 30.000 καταστήματα σε πάνω από 30 περιοχές σε τρεις ηπείρους, και περισσότεροι από 30 εκατομμύρια Οδηγοί MICHELIN έχουν πωληθεί παγκοσμίως από τότε.