Ο Μύλος που αγαπήσαμε (ΦΩΤΟ)
Ένας εκ των ιδρυτών του Μύλου, ο Χρήστος Καϊσούδης, μιλά στο TheOpinion για τον χώρο που άλλαξε για πάντα την έννοια της ψυχαγωγίας στη Θεσσαλονίκη
Τελικά, δύσκολα μπορεί κανείς να περιγράψει τον Μύλο. Πράγματι, ήταν ένας πολυχώρος πολιτισμού που για μια δεκαετία άφησε το δικό του στίγμα – μοναδικό μέχρι στιγμής -στη διασκέδαση στη Θεσσαλονίκη. Ήταν όμως μόνο αυτό; Μάλλον όχι.
Η παρέα των (περίπου) 30ρηδων που στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 αποφάσισε να δημιουργήσει τον Μύλο φαίνεται πως ξεκίνησε μεν για να ανοίξει έναν ακόμη χώρο διασκέδασης στην πόλη, ένα «στέκι». Ωστόσο, πολύ γρήγορα «έχτισε» πάνω στην ιδέα αυτή, δημιουργώντας έτσι σταδιακά μια ολοκληρωμένη πρόταση πολιτισμού, μια δυνατή επιλογή ψυχαγωγίας, έναν χώρο με άποψη, ένα μικρό πολιτιστικό σύμπαν με μπόλικα, πολλές φορές διαφορετικά μεταξύ τους, πολιτιστικά δρώμενα, ένα σύμπαν κατάλληλο για κυριλέδες, για ροκάδες, για φρικιά, για καλλιτέχνες κ.α..
Κι όλα αυτά μαζί. Σε έναν χώρο. Σε έναν άλλοτε βιομηχανικό χώρο, τον μύλο Χατζηγιαννάκη στην Ανδρέου Γεωργίου, έκταση που μετατράπηκε μεν σε χώρο διασκέδασης, με απόλυτο όμως σεβασμό στην ιστορία που κουβαλούσε μέχρι τότε.

Δύο πράγματα ήταν αξιοσημείωτα στο όλο εγχείρημα: το ένα ήταν ότι η παρέα του Μύλου επέλεξε να επενδύσει και να δώσει πνοή σε μια περιοχή της δυτικής Θεσσαλονίκης που δύσκολα κανείς θα επένδυε στα χρόνια εκείνα και το άλλο πως ό,τι έγινε, έγινε με δικούς τους πόρους, χωρίς κρατική ή ευρωπαϊκή βοήθεια (όπως κάποιοι έσπευδαν να ψυθιρίζουν όταν ο χώρος βραβεύτηκε το 1993 από την Europa Nostra, τον Οργανισμό για την Προστασία της Ευρωπαϊκής Αρχιτεκτονικής και Φυσικής Κληρονομιάς. Ένα βραβείο που δοθηκε για την ιδέα αλλά και τον τρόπο αναστήλωσης του άλλοτε βιομηχανικού συγκροτήματος).
Η είδηση ότι στις αρχές Μαϊου ο χώρος του Μύλου στην Ανδρέου Γεωργίου βγαίνει σε δημοπρασία, δεν ξένισε πολλούς. Άλλωστε ήδη ο Μύλος είχε σταματήσει να λειτουργεί με την αρχική του μορφή στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 2000.
Ο Χρήστος Καϊσούδης
Με αφορμή την είδηση αυτή, το TheOpinion μιλά με έναν εκ των δημιουργών του Μύλου, τον Χρήστο Καϊσούδη.
Ο κ. Καϊσούδης αφηγείται όχι μόνο το πώς άρχισαν όλα, αλλά κυρίως το τι κρατά ο ίδιος από όλη αυτή τη μοναδική δεκαετία. Τη δεκαετία του Μύλου.
«Αρχικά ξεκινήσαμε εγώ και ο Νίκος ο Στεφανίδης, μετά προστέθηκαν ο αδερφός μου, ο Γιώργος Καϊσούδης, ο ξάδερφος του Νίκου ο Στέφανος Ταυρίδης και ο Χρήστος Κεφαλάς. Ήμουν ήδη στο χώρο, στη μουσική, κι εγώ κι ο Νίκος ο Στεφανίδης. Εγώ ήμουν ηχολήπτης στον Νίκο Παπάζογλου, είχα και το Λούκυ Λουκ, το οποίο συνέχισα να έχω παράλληλα με τον Μύλο.
Όταν μπήκαμε την πρώτη φορά στον Μύλο ήμουν γύρω στα 30. Ήταν ένας χώρος εγκαταλειμμένος, παρατημένος, σε μια περιοχή δύσκολη. Με το που μπήκαμε, ο χώρος μας “έδειχνε” κατά κάποιο τρόπο τι θα τον κάναμε. Ο χώρος μάς “μιλούσε”. Μπήκαμε αρχικά στο χημείο του μύλου και αμέσως είπαμε “εδώ θα το κάνουμε ουζερί”, τον χώρο με τα σιλό είπαμε θα τον κάνουμε καφέ, αυτό που μετά ονομάσαμε “το καφέ σιλό” κτλ κτλ.

Η ιδέα ήταν να ξεκινήσουμε όπως μπορούμε, σε όποιον χώρο μπορούμε και μετά να συνεχίζουμε σταδιακά με την αξιοποίηση και των υπόλοιπων κτηρίων. Έτσι, αρχικά ανοίξαμε τους εξωτερικούς χώρους, το καφέ και το μπαρ και λίγο αργότερα ανοιξαμε το ουζερί. Όσα χρήματα βγάζαμε από αυτές τις αρχικές δραστηριότητες, τα “ρίχναμε” σιγά σιγά στους υπόλοιπους χώρους για να μπορέσουμε να ανοίξουμε κι αυτούς, να τους μετατρέψουμε, σεβόμενοι την ιστορία τους.
Αυτό που κάναμε ήταν να επενδύουμε συνέχεια στην επιχείρηση. Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι για την ανάπλαση όλου του χώρου, για την ανακατασκευή των κτηρίων, για ό,τι έγινε στον εγκαταλειμμένο μύλο για να γίνει ο Μύλος, δεν πήραμε ούτε ένα ευρώ ούτε από το ελληνικό κράτος ούτε από την Ευρώπη, όπως κάποιοι έλεγαν. Ποιοι έλεγαν; Στη Θεσσαλονίκη, πάντα κάποιοι λένε… Εν πάση περιπτώσει, μέσα σε μια βραδιά μπορεί να έμπαιναν στον Μύλο 7.000 με 8.000 άνθρωποι. Κόσμος διαφορετικός, διαφόρων ηλικιών, διαφορετικών ακουσμάτων. Ο καθένας μπορούσε να βρει να κάνει κάτι που τον ενδιαφέρει στον Μύλο.
Η ιδέα έπεσε, βέβαια, στην αρχή αλλά “χτίστηκε” σταδιακά. Θέλω να πω ότι και τα “πολιτιστικά παιδιά” του Μύλου δεν έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη, οι εκθέσεις, τα φεστιβάλ, οι παρουσιάσεις, το ραδιόφωνο ο “88μισό”, το περιοδικό του Μύλου, η δισκογραφική εταιρία που έκανε και δύο χρυσούς δίσκους… Δεν ήταν λίγο όλο αυτό σε μια επαρχιακή πόλη, γιατί επαρχιακή πόλη είναι η Θεσσαλονίκη και άσε τους άλλους να χαίρονται με το “συμπρωτεύουσα”… Ο Μύλος είχε ξεπεράσει τον χαρακτηρισμό “χώρος διασκέδασης”, έγινε πλέον ένα τοπόσημο για την πόλη.

Ο Μύλος άνοιξε τον Μάιο του 1991. Λίγα χρόνια αφού ανοίξαμε, η αλήθεια είναι πως προσωπικά είχα μια τραγική εμπειρία, μέσα στον Μύλο, που με έκανε να δω τα πράγματα αλλιώς, να δω τη ζωή μου αλλιώς. Δυστυχώς, δέχτηκα έναν πυροβολισμό από σεσημασμένους, άτομα που διέπρατταν ληστείες στην περιοχή της ανατολικής Θεσσαλονίκης, όπως μάθαμε εκ των υστέρων.
Ήταν ένας πυροβολισμός που λίγο έλειψε να στοιχίσει τη ζωή μου, αφού η σφαίρα βρήκε τη βουβωνική χώρα και ευτυχώς για ένα εκατομμυριοστό του χιλιοστού δεν “χτύπησε” μηριαίο.
Τι ήταν για μένα ο Μύλος; Τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μου. Ήταν η πιο “ζουμερή” δεκαετία της. Αν έστιβες εκείνα τα χρόνια, θα έβγαινε ζωή. Ήμουν μικρός, κοιμόμουν ελάχιστες ώρες, αλλά δεν κουραζόμουν καθόλου, το 24ωρο ήταν έντονο, δημιουργικό, παρεϊστικο. Αυτό ήταν ο Μύλος. Ήταν το δημιούργημα όχι μόνο μιας παρέας που είχαμε την ιδέα, τη σκεφτήκαμε και την υλοποιήσαμε, αλλά κυρίως της παρέας που δημιουργήθηκε μετά, με τους εργαζόμενους του Μύλου.

Με όλα αυτά τα παιδιά, που όλα αυτά τα χρόνια πέρασαν από εκεί, δουλέψαμε μαζί, περάσαμε γιορτές, φάγαμε μαζί, γιορτάσαμε γενέθλια, ζήσαμε εμπειρίες,φτιάξαμε ιστορίες, αυτές τις ιστορίες που λέμε και ξαναλέμε όταν βρισκόμαστε. Δεν θα σου πω ψέματα. Λίγα ονόματα θυμάμαι, τους ξέρω όμως όλους. Μεγάλο μου στήριγμα, βέβαια, όλα αυτά τα χρονια ο αδελφός μου ο Γιώργος ο Καϊσούδης, που μου στάθηκε και στα εύκολα και στα δύσκολα.
Γνωρίζω για τον πλειστηριασμό, είναι κάτι που αφορά τους ιδιοκτήτες. Δεν ξέρω τι θα γίνει ο χώρος, αν έχει ουσία δηλαδή όλο αυτό. Θα ήθελα να δω στον χώρο αυτό και πάλι πολιτιστικές χρήσεις. Ωστόσο, για μένα, ο Μύλος είναι κάτι που δεν “ξαναγίνεται”. Εγώ τουλάχιστον δεν θα το επιχειρούσα, γιατί θεωρώ ότι κάθε πράγμα έχει τη στιγμή του, την ώρα του. Η ώρα του Μύλου ήταν εκείνη η δεκαετία και νομίζω πως ολοκληρώθηκε. Ο κύκλος του έκλεισε. Και πραγματικα χαίρομαι που ήμουν κι εγώ στο κέντρο του».