Εντός καλοκαιριού ο νέος φωτισμός του Λευκού Πύργου – Φωτίζονται τα Βυζαντινά Τείχη
Ο Λευκός Πύργος, ορατός από το μεγαλύτερο μέρος του αστικού ιστού, αναδεικνύεται μέσω φωτισμού υψηλών και σύγχρονων βιοκλιματικών προδιαγραφών
Εντός του καλοκαιριού η Θεσσαλονίκη θα πάρει μια πρώτη γεύση του έργου φωτισμού των Τειχών της, αρχής γενομένης από τον Λευκό Πύργο. Το μνημείο, που αποτελεί διαχρονικό σύμβολο της πόλης, θα φωτιστεί διαφορετικά, κατ’ εφαρμογή μελέτης της Ελευθερίας Ντεκώ, η οποία ήδη ολοκληρώθηκε.
«Η μελέτη φωτισμού των Βυζαντινών Τειχών της Θεσσαλονίκης ολοκληρώθηκε και το επόμενο χρονικό διάστημα ο ανάδοχος θα αρχίσει τις εργασίες εφαρμογής της μελέτης», εξηγεί μιλώντας στο TheOpinion η προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, Τάνια Πρωτοψάλτη. Σύμφωνα με την ίδια, η αρχή θα γίνει από το μνημείο του Λευκού Πύργου, το οποίο κάτοικοι κι επισκέπτες θα δουν με άλλο φωτισμό.
Ειδικά, ο Λευκός Πύργος, τοπόσημο της Θεσσαλονίκης, ορατός από το μεγαλύτερο μέρος του αστικού ιστού, αναδεικνύεται μέσω φωτισμού υψηλών και σύγχρονων βιοκλιματικών προδιαγραφών.
Ο φωτισμός του Τείχους θα γίνει από την οδό Ακρίτα έως τον Πύργο Μανουήλ (ορατό τμήμα εντός της σύγχρονης πόλης, το Τείχος βορειοανατολικά και βορειοδυτικά της Ακρόπολης, θα φωτιστεί η πύλη Εσκί Ντελίκ (ως τοπόσημο), το Τείχος από τον Πύργο Λαπαρδά έως τον Πύργο της Αλύσεως, περιλαμβανομένων των Πορτάρα, διάμεσου Τείχους (εκατέρωθεν), Πύλη Παλαιοντολογίνας, ενώ σε ό,τι αφορά τα ανατολικά Τείχη, που είναι ήδη φωτισμένα, ο υπάρχων φωτισμός χρήζει αναβάθμισης λόγω παλαιότητας των φωτιστικών, ακατάλληλης θερμοκρασίας χρώματος και παρουσίασης θάμβωσης.
4,5 χιλιόμετρα Τειχών
Την παρουσίαση του έργου φωτισμού των Βυζαντινών Τειχών της Θεσσαλονίκης είχε κάνει η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, κάνοντας λόγο για ένα τεράστιο μνημείο που θα αναδειχθεί μέσα από τον φωτισμό. «Τα Τείχη της Θεσσαλονίκης είναι από τα πιο επιβλητικά οχυρωματικά σύνολα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και είμαστε πραγματικά τυχεροί που στις μέρες μας διασώζονται περίπου 4,5 από τα αρχικά 8 χιλιόμετρα τα οποία καταλάμβαναν τα Τείχη. Ήδη από το 1988 τα Τείχη, όπως και τα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης, συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, αποτελούν τοπόσημα για την πόλη της Θεσσαλονίκης και μοναδικοί μάρτυρες της ιστορίας της πόλης, καθώς διασώζουν πλήθος πληροφοριών ιστορικών από τις ποικίλες επεμβάσεις που έχουν δεχτεί», επισήμανε σχετικά κατά την παρουσίαση η κ. Μενδώνη.
«Από το 2019, εκτελέστηκαν και εκτελούνται μείζονες παρεμβάσεις στο σύνολο των βυζαντινών μνημείων της Θεσσαλονίκης. Η προστασία, η αποκατάσταση και η ανάδειξη των βυζαντινών τειχών της Θεσσαλονίκης αποτέλεσαν προτεραιότητα του Υπουργείου Πολιτισμού. Τα σωζόμενα τμήματα, με τους πολυάριθμους πύργους και τις πύλες, αποτελούν πολύτιμους μάρτυρες της μακραίωνης ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Το έργο αποκατάστασης του οχυρωματικού συνόλου ολοκληρώνεται τώρα με μια καθοριστική παρέμβαση: Τον φωτισμό του Επταπυργίου, του Λευκού Πύργου και των τειχών. Η φωτιστική ανάδειξή του προσφέρει μια σύγχρονη αισθητική προσέγγιση που αναδεικνύει την ιστορική αξία των μνημείων και την αρχιτεκτονική τους αρτιότητα. Αποσκοπεί στην καθαρή και ευκρινή ανάγνωση του όγκου και της γεωμετρίας τους, τόσο από κοντινή απόσταση όσο και από πιο μακρινά και διαφορετικά σημεία θέασης».
Τα βυζαντινά τείχη της Θεσσαλονίκης αποτελούν ένα από τα πιο επιβλητικά οχυρωματικά έργα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η οχύρωσή της ανάγεται στην ίδρυση της πόλης από τον Κάσσανδρο το 316 π.Χ. και εξελίχθηκε διαχρονικά μέσω αλλεπάλληλων επεμβάσεων, επεκτάσεων και επισκευών. Στη βυζαντινή περίοδο, η οχύρωση εξελίχθηκε σε περίβολο μήκους περίπου 8 χλμ., ενισχυμένο με πύργους και προτείχισμα, που κατέληγε στην Ακρόπολη. Εκεί κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή ιδρύθηκε το Επταπύργιο, το οποίο αποτελούσε το τελευταίο οχυρωματικό καταφύγιο των κατοίκων. Επί οθωμανικής κυριαρχίας, το Επταπύργιο υπέστη εκτεταμένες μετασκευές καθώς λειτούργησε ως αμυντικό καταφύγιο και διοικητικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το 1989 χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή και στη συνέχεια αποδόθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Από την αρχική περίμετρο των περίπου 8 χλμ. των τειχών διατηρούνται σήμερα ορατά περίπου 4 χλμ., τα οποία αποτελούν ένα σύνθετο σύνολο κατασκευαστικών φάσεων, με κυρίαρχη τη διαμόρφωση της ύστερης ρωμαϊκής και πρώιμης βυζαντινής περιόδου (4ος–5ος αιώνας). Το μνημείο εξακολουθεί να δεσπόζει στο τοπίο της σύγχρονης πόλης, οριοθετώντας τον ιστορικό της πυρήνα.