Επιχείρηση «αλλαγή ατζέντας» για την κυβέρνηση – Με σύνθημα τη σταθερότητα και όπλο τις αυξήσεις μισθών
Με δύο μέτωπα να παραμένουν ανοιχτά –την υπόθεση των υποκλοπών και την επικείμενη έναρξη της δίκης για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, που ξεκινά σε λίγες ημέρες στη Λάρισα– η κυβέρνηση επιχειρεί να μεταφέρει το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης στην οικονομία. Στόχος είναι να κυριαρχήσει ξανά η ατζέντα της καθημερινότητας, με αιχμή την αύξηση του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου 2026.
Το στοίχημα, όπως σημειώνει στο TheOpinion έμπειρο κομματικό στέλεχος, δεν είναι τόσο η «επικοινωνιακή διαχείριση» μιας δύσκολης συγκυρίας, όσο η διατήρηση μιας εικόνας συνέπειας: μιας κυβέρνησης που συνεχίζει να «τρέχει» μεταρρυθμίσεις και εισοδηματικές ενισχύσεις, χωρίς να αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης για τον σεβασμό της προς τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, το Μαξίμου καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε ένα περιβάλλον υψηλής πολιτικής έντασης και στην ανάγκη να δείξει ότι η κυβερνητική μηχανή δεν παγώνει, ακόμη κι όταν η επικαιρότητα φορτίζεται από υποθέσεις που αγγίζουν ευαίσθητα κοινωνικά αντανακλαστικά.
Η οικονομική ατζέντα ως αντίβαρο και ο ρόλος του κατώτατου μισθού
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση επιλέγει να σηκώσει ψηλά την οικονομική της ατζέντα. Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, που θα ισχύσει από την 1η Απριλίου και θα αποτυπωθεί στη μισθοδοσία του ίδιου μήνα, αντιμετωπίζεται ως το πρώτο βήμα ενός ευρύτερου κύκλου παρεμβάσεων για την ενίσχυση των εισοδημάτων μέσα στο 2026 και το 2027. Η στόχευση δεν αφορά μόνο τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, αλλά και τη συνολική μισθολογική εικόνα, καθώς η αλλαγή επηρεάζει –άμεσα ή έμμεσα– και τον δημόσιο τομέα, μέσα από συνδεδεμένες ρυθμίσεις και κλίμακες.
Το μέτρο, πέρα από το άμεσο αποτύπωμα στους χαμηλόμισθους, λειτουργεί και ως καταλύτης για μια ευρύτερη αλυσίδα αναπροσαρμογών. Ο κατώτατος μισθός συνδέεται με επιδόματα και κοινωνικές παροχές, με αποτέλεσμα κάθε αύξηση να «ακουμπά» ένα μεγαλύτερο κοινωνικό πεδίο από εκείνο που φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Έτσι, η κυβέρνηση επιδιώκει να δείξει ότι η ανάπτυξη «επιστρέφει» σταδιακά σε μισθούς και παροχές, ειδικά σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια συνεχίζει να πιέζει σημαντικό μέρος των νοικοκυριών και διαμορφώνει το πολιτικό θερμόμετρο.
Στο κυβερνητικό επιτελείο αντιμετωπίζουν την απόφαση ως «ορόσημο» για την οικονομική ατζέντα της χρονιάς. Κεντρικός στόχος παραμένει η δέσμευση ότι ο κατώτατος μισθός θα φτάσει στα 950 ευρώ στο τέλος της τετραετίας, το 2027. Με αυτή τη γραμμή, η αναπροσαρμογή του 2026 παρουσιάζεται ως ακόμη ένας κρίκος σε μια σειρά από αυξήσεις που αποσκοπεί αφενός να στηρίξει την αγοραστική δύναμη και αφετέρου να διατηρήσει τη χώρα εντός ενός πλαισίου ανταγωνιστικότητας, χωρίς υπερβολές που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν νέες ισορροπίες κόστους στην αγορά εργασίας.
Μέσα στο μήνα «κλειδώνει» το ποσοστό της αύξησης
Η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, αναμένεται εντός Μαρτίου να εισηγηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο το ύψος της αύξησης, μετά την ολοκλήρωση της διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους και την αξιολόγηση των προτάσεών τους. Η τελική απόφαση θα «κλειδώσει» πολιτικά στο υπουργικό και στη συνέχεια θα περάσει στη φάση εφαρμογής, ώστε ο νέος κατώτατος να τεθεί σε ισχύ από την 1η Απριλίου 2026.
Κυβερνητικές πηγές επιμένουν ότι η επιλογή θα είναι «μετρημένη αλλά ουσιαστική», ακριβώς επειδή το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αύξηση ως αριθμός, αλλά η συνολική κατεύθυνση πολιτικής: η στήριξη της εργασίας και η ενίσχυση των εισοδημάτων, χωρίς να διαταράσσεται το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον.
Το νέο πλαίσιο για τις Συλλογικές Συμβάσεις και οι προσδοκίες για «κύμα» αυξήσεων
Παράλληλα, η κυβέρνηση ενσωματώνει στο αφήγημά της το νέο πλαίσιο για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, το οποίο –σύμφωνα με αναλύσεις– δίνει εργαλεία για μεγαλύτερη κάλυψη και ευκολότερη επέκταση συμβάσεων. Μεταξύ των βασικών στοιχείων που προβάλλονται είναι η πλήρης μετενέργεια, η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία και η μείωση του ορίου αντιπροσωπευτικότητας για την επέκταση συμβάσεων στο 40% από 50%. Το κυβερνητικό επιχείρημα είναι ότι το θεσμικό αυτό πλαίσιο μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά, δημιουργώντας περιβάλλον για αυξήσεις μισθών και πέραν του κατώτατου, σε περισσότερους κλάδους της οικονομίας.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, η νέα αύξηση του κατώτατου αναμένεται να έχει θετική επίδραση και στον μέσο μισθό, με την κυβέρνηση να επαναφέρει διαρκώς τον στόχο των 1.500 ευρώ έως το τέλος της τετραετίας. Μάλιστα, όπως έχει αναφέρει η Ν. Κεραμέως, ο στόχος αυτός «έχει ήδη επιτευχθεί από εφέτος», στοιχείο που αξιοποιείται ως ένδειξη ότι οι μισθολογικές εξελίξεις δεν περιορίζονται μόνο στο επίπεδο της «βάσης», αλλά αντανακλούν μια ευρύτερη τάση.
Το μήνυμα του Μαξίμου: αποφάσεις χωρίς αναμονή
Σε κάθε περίπτωση, το μήνυμα που εκπέμπεται από το Μαξίμου είναι σαφές: ακόμη και σε ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές και θεσμικές εξελίξεις δημιουργούν ένταση και αναπόφευκτες αντιπαραθέσεις, η κυβέρνηση δεν περιμένει να «καθαρίσει» η επικαιρότητα για να προχωρήσει. Αντιθέτως, επιδιώκει να δείξει ότι η οικονομική πολιτική συνεχίζεται με συνέπεια, με μέτρα που ενισχύουν εισοδήματα και κινητοποιούν –μέσω συλλογικών συμβάσεων– ένα ευρύτερο κύμα αυξήσεων. Και αυτό ακριβώς είναι το κεντρικό πολιτικό διακύβευμα των επόμενων εβδομάδων: να πείσει ότι η ατζέντα της καθημερινότητας δεν είναι «αντίβαρο» στα δύσκολα, αλλά ο βασικός άξονας μιας κυβερνητικής στρατηγικής που συνεχίζει να παράγει αποτελέσματα.