Θεσσαλονίκη: Τριπλάσια του ορίου ασφαλείας του ΠΟΥ η ατμοσφαιρική ρύπανση – Πού χτυπούν «κόκκινο» οι μετρήσεις

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα των περιοχών της Θεσσαλονίκης, η οποία «μαρτυρά» πως το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στο κέντρο της πόλης

Θεσσαλονίκη: Τριπλάσια του ορίου ασφαλείας του ΠΟΥ η ατμοσφαιρική ρύπανση – Πού χτυπούν «κόκκινο» οι μετρήσεις

Σταθερά τρεις φορές πάνω από το όριο ασφαλείας του ΠΟΥ για την ατμοσφαιρική ρύπανση παραμένει η Θεσσαλονίκη.

Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της IQAir (Απρίλιος 2026), η Θεσσαλονίκη παρουσιάζει μια εικόνα μεταβλητής ποιότητας αέρα, η οποία συχνά κινείται σε «μέτρια» επίπεδα και κατατάσσεται συνήθως ανάμεσα στις πόλεις με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στην Ελλάδα, ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες.

Την «κορυφή» συχνά κερδίζουν περιοχές όπως τα Ιωάννινα ή συγκεκριμένοι δήμοι της Αττικής (π.χ. Περιστέρι), η οποία παραμένει σε πολύ υψηλές θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη λόγω σκόνης και εκπομπών, φτάνοντας ακόμα και στη 10η θέση των πιο μολυσμένων μεγαλουπόλεων. Αξίζει να σημειωθεί πως σε περιόδους χωρίς ακραία φαινόμενα σκόνης, η Θεσσαλονίκη διατηρεί παρόμοια ή ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα μικροσωματιδίων λόγω του φαινομένου της θερμοκρασιακής αναστροφής.

Σύμφωνα με την IQAir, τα Βαλκάνια παραμένουν η πιο επιβαρυμένη περιοχή της Ευρώπης, με τη Θεσσαλονίκη να βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα από τις περισσότερες βαλκανικές πρωτεύουσες. Πιο μολυσμένες φαίνεται να είναι το Βελιγράδι, το Σαράγεβο, τα Σκόπια και η Σόφια, οι οποίες κατατάσσονται συχνά στις 20 πιο μολυσμένες πόλεις παγκοσμίως, με δείκτες AQI που υπερβαίνουν το 150.

Αν και η Θεσσαλονίκη σπάνια φτάνει στα ακραία επίπεδα «ανθυγιεινού» αέρα που καταγράφονται σταθερά στον Βαλκανικό Βορρά κατά τη διάρκεια του χειμώνα, η συγκέντρωση PM2.5 στην πόλη παραμένει σταθερά 3 φορές πάνω από το όριο ασφαλείας του ΠΟΥ (5 µg/m³).

Οι τιμές στις περιοχές της Θεσσαλονίκης

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα των περιοχών της Θεσσαλονίκης, η οποία «μαρτυρά» πως το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στο κέντρο της πόλης.

Ακολουθούν οι τρέχουσες τιμές και προβλέψεις ανά περιοχή:

Κέντρο (Αγίας Σοφίας / Αγ. Δημητρίου): Παρουσιάζει τις υψηλότερες τιμές λόγω κίνησης, με τον δείκτη να κυμαίνεται μεταξύ 58 και 61 AQI. Οι συγκεντρώσεις είναι περίπου 15-18, δηλαδή σχεδόν διπλάσιες από το όριο του ΠΟΥ.

Πανόραμα: Ελαφρώς καλύτερη εικόνα με δείκτη 52 AQI, ο οποίος όμως αναμένεται να ανέβει στο 60-63 τις επόμενες ώρες.

Καλαμαριά: Ο δείκτης βρίσκεται στο 52 AQI (Μέτριο), με τάση ανόδου προς το 60 κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Θέρμη: Επίπεδα γύρω στο 53-54 AQI, με πρόβλεψη για βελτίωση σε «Good» (κάτω από 50) αργά το απόγευμα.

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο (ΑΠΘ): Συχνά καταγράφει χαμηλότερες τιμές, πρόσφατα γύρω στο 24 AQI (Good).

* Με AQI άνω του 50, τα ευαίσθητα άτομα (άτομα με άσθμα ή αναπνευστικά προβλήματα) καλό είναι να περιορίζουν την έντονη εξωτερική δραστηριότητα.

«Βαδίζουμε προς μία κατεύθυνση, αλλά δεν είμαστε ακόμα εκεί»

Για μία «πρωτιά» η οποία μετρά σχεδόν 20 χρόνια μιλά από την πλευρά του ο Αναπληρωτής Καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής, Τμήμα Χημικών Μηχανικών, Πολυτεχνική Σχολή, ΑΠΘ και Διευθυντής και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Δημοσθένης Σαρηγιάννης.

«Το 2007 είχαμε τα αποτελέσματα της Θεσσαλονίκης που για πρώτη φορά ήρθε πρώτη σε ρύπανση από μικροσωματίδια, παραπάνω και από την Αθήνα. Εδώ και 20 χρόνια κρατάει τα σκήπτρα. Τις τελευταίες χρονιές είναι λίγο καλύτερα τα πράγματα. Τα χρόνια της κρίσης, το 2010, 2011, 2012, λόγω της φτώχειας αυξήθηκαν οι καύσεις σε ξύλα κλπ, οπότε τα σωματίδια ήταν πολύ υψηλά. Επίσης στη Θεσσαλονίκη υπάρχει πρόβλημα με το πράσινο και η βιομηχανία της ήταν πολύ κοντά στον περιαστικό ιστό και τους μεγάλους οδικούς άξονες, ενώ ανέκαθεν η κυκλοφορία μέσα στο κέντρο ήταν έντονη γιατί δεν υπήρχαν άλλες εναλλακτικές», σχολιάζει.

Όπως επισημαίνει, αισθητή ήταν η βελτίωση των αποτελεσμάτων κατά την περίοδο του εγκλεισμού λόγω covid, όμως γρήγορα η κατάσταση επέστρεψε εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει.

«Έπειτα ήρθε το flyover να δώσει ακόμα μία ώθηση στο πρόβλημα γιατί εκεί δημιουργήθηκαν προβλήματα κυκλοφοριακά στον περιφερειακό της Θεσσαλονίκης που σημαίνει ότι αυτός ο όγκος προβλήματος μεταφέρθηκε στους υπόλοιπους δρόμους και μάλιστα δημιουργώντας “στενά σημεία” στα οποία υπήρχε πολύ μεγάλη κυκλοφορία. Εκεί πολλά αυτοκίνητα λειτουργούν με ταχύτητα στο ρελαντί και άρα έχουν μεγάλες εκπομπές σε σωματίδια», υπογραμμίζει.

Παράλληλα, εξηγεί πως ο στόλος των οχημάτων Αθήνας είναι αρκετά νεότερος από αυτόν της Θεσσαλονίκης.

«Επιπλέον, έχουμε λιγότερα ηλεκτρικά οχήματα και καύσεις ξυλείας», προσθέτει και επισημαίνει πως μολονότι γίνονται κινήσει όπως πχ η κατασκευή του μητροπολιτικού πάρκου Παύλου Μελά, «βαδίζουμε προς μία κατεύθυνση αλλά δεν είμαστε ακόμα στην κατάσταση για να μειωθούν οι συγκεκριμένες συγκεντρώσεις όπως θα μπορούν να μειωθούν αν ολοκληρωθούν αυτά τα μέτρα».

Πλέγμα δράσεων σε τέσσερις άξονες

Ο καθηγητής επισημαίνει πως για την ουσιαστική βελτίωση της ποιότητας του αέρα απαιτείται ένα συνολικό πλέγμα δράσης και όχι μεμονωμένες κινήσεις.

«Το θέμα είναι να δοθούν κίνητρα για την αλλαγή του στόλο όπως το κίνητρο για την αλλαγή των ταξί. Δεν μπορώ να γνωρίζω το οικονομικό βάρος αλλά ως μέτρο είναι πολύ σωστό. Αντίστοιχα θα πρέπει να δούμε και την αλλαγή του στόλου από τους ιδιώτες. Όχι τόσο για ηλεκτρικά γιατί το κόστος εκεί είναι μεγάλο, μπορούμε να πάμε σε κινητήρες εσωτερικής καύσης τελευταίας τεχνολογίας που έχουν πολύ καλή απόδοση», σημειώνει αρχικά.

Παράλληλα, ως δεύτερο άξονα θέτει τη δημιουργία πράσινων χώρων ως σημαντικό στοιχείο βελτίωσης της ποιότητας ζωής σε κοινωνικό επίπεδο, αλλά και της μείωσης των ατμοσφαιρικών ρύπων.

«Επιπλέον θα πρέπει να δοθούν κίνητρα ώστε να μην καίνε ξυλεία για θέρμανση εσωτερικών χώρων, και να στροφούν είτε στο φυσικό αέριο είτε στον ηλεκτρισμό είτε στις αντλίες θερμότητας», συνεχίζει.

Τέλος θέτει στο επίκεντρο την εφαρμογή τηλεργασίας μία ημέρα την εβδομάδα σε υπηρεσίες και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο κέντρο.

«Αυτό είναι σημαντικό μέτρο γιατί θα μειώσει σημαντικά τον κυκλοφοριακό φόρτο στις ώρες αιχμής», εξηγεί και τονίζει πως «αν μπορούμε να μειώσουμε από το κυκλοφοριακό φορτίο , μειώνουμε ακόμα πολύ περισσότερο το περιβαλλοντικό φορτίο γι’ αυτό πρέπει να τη δούμε αυτή τη μία μέρα».

Ο ίδιος επισημαίνει πως το κέρδος από μία τέτοια «στροφή» θα είναι και οικονομικό. «Αυτή τη στιγμή σε μεγάλο βαθμό ξεπερνάμε τα ευρωπαϊκά όρια. Πληρώνουμε ποινές κάθε μέρα που γίνεται, πέρα από τις 35 ημέρες που μπορείς να το ξεπεράσεις, πληρώνουμε για κάθε έξτρα υπέρβαση. Αυτά τα κόστη που τελικά τα καταβάλουμε ως χώρα μπορούμε να τα κάνουμε έργα», εξηγεί.

Παράλληλα, όπως επισημαίνει η ατμοσφαιρική ρύπανση συνδέεται και με προβλήματα στο μεταβολικό, στο καρδιαγγειακό σύστημα, ακόμη και νεουροεκφυλιστικές παθήσεις όπως το Πάρκινσον και το Αλτσχάιμερ.

«Η καρδιαγγειακή νόσος είναι η νούμερο ένα αιτία θανάτου στην Ελλάδα. Άρα καταλαβαίνουμε πόσο σημαντική είναι αυτή η σύνδεση με την ποιότητα του αέρα. Θα μειώσει και την νοσηρότητα και από την άλλη αν υπολογίσουμε τα κόστη στο σύστημα υγείας για την νόσηση είναι πολύ μεγάλο το όφελος, τουλάχιστον δέκα φορές από το κόστος της λήψης τέτοιων μέτρων ακόμα και σε μεγάλες πόλεις όπως η Αθήνα», τονίζει.