Το πρόβλημα δεν είναι η ΔΕΘ

Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Χρήστος Αβδελλάς, Σύμβουλος Α’ Δημοτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, Πολιτικός Επιστήμων, Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Πολιτικών

Το πρόβλημα δεν είναι η ΔΕΘ
EUROKINISSI

Το πρόβλημα δεν είναι η ΔΕΘ  Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Χρήστος Αβδελλάς, Σύμβουλος Α’ Δημοτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, Πολιτικός Επιστήμων, Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Πολιτικών

Κάθε Σεπτέμβριο, για ένα Σαββατοκύριακο, η Θεσσαλονίκη γίνεται το πολιτικό κέντρο της χώρας. Η ομιλία του εκάστοτε πρωθυπουργού στη ΔΕΘ λειτουργεί εδώ και δεκαετίες περίπου ως μια ελληνική εκδοχή του State of the Union: ένας ετήσιος απολογισμός, αλλά κυρίως μια παρουσίαση των προτεραιοτήτων και των επιλογών της κυβέρνησης για την περίοδο που ακολουθεί.

Δεν βρίσκω τίποτε κακό σε αυτό. Αντιθέτως, είναι μία από τις λίγες στιγμές του πολιτικού ημερολογίου που είναι πραγματικά ταυτισμένες με τη Θεσσαλονίκη. Η πολιτική διάσταση της ΔΕΘ έχει αποκτήσει με τα χρόνια τον δικό της χαρακτήρα, παράγει ειδήσεις, ανοίγει συζητήσεις και στρέφει για λίγες ημέρες το ενδιαφέρον ολόκληρης της χώρας προς την πόλη.

Το πρόβλημα αρχίζει γύρω από αυτήν, όχι σε αυτήν.

Μαζί με τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, μοιάζει κάθε χρόνο να μετακομίζει στη Θεσσαλονίκη για λίγες ημέρες ένα σημαντικό μέρος του πολιτικού και διοικητικού μηχανισμού της Αθήνας: υπουργοί και υφυπουργοί, γενικοί και ειδικοί γραμματείς, διοικήσεις οργανισμών, στελέχη δημόσιων φορέων, σύμβουλοι, συνεργάτες, κομματικά στελέχη και συνοδείες.

Κάπου εδώ υπάρχει ένα απλό ερώτημα που, παρότι τίθεται εδώ και χρόνια, δεν έχει πάψει να είναι επίκαιρο: γιατί είναι απαραίτητη αυτή η ετήσια μετακίνηση τόσων ανθρώπων για ένα τριήμερο; Ποια ακριβώς είναι η προστιθέμενη αξία της για τη ΔΕΘ και, κυρίως, για την πόλη που τη φιλοξενεί;

Το ίδιο ερώτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν περάσει κανείς τις πύλες της έκθεσης. Η ΔΕΘ θέλει, δικαίως, να είναι μια μεγάλη διεθνής και εμπορική έκθεση. Την ίδια στιγμή, έντονη παραμένει και η παρουσία υπουργείων, δημόσιων οργανισμών και κρατικών φορέων.

Δεν είναι όλες αυτές οι παρουσίες άχρηστες ούτε κάθε σχετική δαπάνη αδικαιολόγητη. Υπάρχουν φορείς που έχουν λόγο να βρίσκονται εκεί. Κάθε χρόνο, όμως, δημόσιοι οργανισμοί δαπανούν χρήματα για τη μίσθωση και τη διαμόρφωση εκθεσιακών χώρων στη ΔΕΘ. Το ύψος της δαπάνης δεν είναι από μόνο του το σημαντικότερο. Περισσότερο ενδιαφέρον έχει τι ακριβώς προσφέρει αυτή η παρουσία. Πόσοι πολίτες ενημερώθηκαν επειδή ένας δημόσιος οργανισμός είχε περίπτερο στη ΔΕΘ; Πόσες συνεργασίες δημιουργήθηκαν και ποιο αποτέλεσμα έμεινε όταν έκλεισαν τα φώτα του περιπτέρου;

Η συζήτηση αξίζει να γίνει ακριβώς επειδή η ΔΕΘ μπορεί να είναι πολύ περισσότερα.

Η φετινή 90ή διοργάνωση, με περισσότερους από 1.000 εκθέτες από 25 χώρες και την Ιαπωνία ως τιμώμενη χώρα, δείχνει προς αυτή την κατεύθυνση. Η ίδια η διοίκηση της ΔΕΘ-Helexpo δίνει φέτος μεγαλύτερη έμφαση στην εμπορική διάσταση της έκθεσης. Ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται και το πραγματικό στοίχημα για τα επόμενα χρόνια.

Πόσο διεθνής μπορεί να γίνει πραγματικά η ΔΕΘ; Πόσες επιχειρήσεις, εμπορικές συμφωνίες, επενδυτικές επαφές και νέες συνεργασίες μπορεί να φέρει κάθε Σεπτέμβριο στη Θεσσαλονίκη; Κυρίως, πόσο ισχυρότερα μπορεί να συνδεθεί η πόλη, μέσα από τη ΔΕΘ, με τα Βαλκάνια, τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τις διεθνείς αγορές;

Υπάρχει βέβαια και το επιχείρημα της οικονομικής ωφέλειας για την πόλη, το οποίο έχει βάση. Παραδοσιακά, γύρω από τη ΔΕΘ αναπτυσσόταν μια ολόκληρη οικονομική δραστηριότητα που συνδεόταν με τους χιλιάδες εκθέτες και επισκέπτες και απλωνόταν στα ξενοδοχεία, στην εστίαση και στην αγορά της Θεσσαλονίκης. Η εκθεσιακή δραστηριότητα εξακολουθεί ασφαλώς να έχει σημαντικό οικονομικό αποτύπωμα. Δεν είναι εξίσου βέβαιο, όμως, ότι το ίδιο ισχύει για το ιδιαίτερο πολιτικό τριήμερο της έναρξης.

Η εικόνα που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια είναι περισσότερο σύνθετη. Μεγάλα ξενοδοχεία γεμίζουν, συχνά από οργανωμένες αποστολές και συνοδείες, ενώ συγκεκριμένα εστιατόρια φιλοξενούν διαδοχικά τραπέζια πολιτικών, στελεχών και φορέων μέσα στην ίδια ημέρα. Την ίδια στιγμή, ένα μεγάλο μέρος της υπόλοιπης πόλης κινείται σε εντελώς διαφορετικούς ρυθμούς. Πολλοί Θεσσαλονικείς αποφεύγουν το κέντρο και μαζί τους χάνεται ένα μέρος της συνήθους κίνησης για καταστήματα, καφέ και εστιατόρια. Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν υπάρχει οικονομικό όφελος. Είναι πόσο διαχέεται στην πόλη και σε ποιους τελικά καταλήγει.

Φέτος περισσότεροι από 3.500 αστυνομικοί συμμετείχαν στον σχεδιασμό των μέτρων ασφαλείας, ενώ εφαρμόστηκαν εκτεταμένες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις και απαγορεύσεις στάθμευσης και ανεστάλη προσωρινά η λειτουργία οκτώ σταθμών του μετρό. Προφανώς αυτό δεν οφείλεται μόνο στην κυβερνητική παρουσία, καθώς οι διαδηλώσεις και οι συγκεντρώσεις αποτελούν επίσης εδώ και δεκαετίες μέρος του συγκεκριμένου Σαββατοκύριακου. Για τον κάτοικο όμως η κατάληξη είναι λίγο-πολύ γνωστή: η πόλη γεμίζει κόσμο, αλλά ένα σημαντικό μέρος της ίδιας της πόλης αποσύρεται από το κέντρο της.

Εδώ βρίσκεται μια αντίφαση που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Η ΔΕΘ είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Θεσσαλονίκης, όχι απλώς μια έκθεση που τυχαίνει να διοργανώνεται εδώ. Είναι κομμάτι της ιστορίας, της ταυτότητας και του κέντρου της πόλης. Ακριβώς γι’ αυτό θα έπρεπε κάθε χρόνο να έρχεται πιο κοντά στους κατοίκους της και να δημιουργεί περισσότερη αξία για την καθημερινή οικονομική ζωή της πόλης, αντί να αποτελεί ένα γεγονός γύρω από το οποίο οι Θεσσαλονικείς μαθαίνουν να οργανώνουν την αποφυγή τους.

Η λύση δεν είναι να χάσει η ΔΕΘ τον πολιτικό της χαρακτήρα. Η ομιλία του πρωθυπουργού πρέπει να παραμείνει εδώ, όπως και οι πολιτικές συζητήσεις, οι συναντήσεις με τους παραγωγικούς φορείς και η παρουσία της κυβέρνησης. Είναι κάτι ξεχωριστό για τη Θεσσαλονίκη και, προσωπικά, θα ήθελα να παραμείνει έτσι.

Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι το ίδιο ισχύει για όλο το πανηγύρι που έχει χτιστεί γύρω του. Δεν χρειάζεται κάθε δημόσιος οργανισμός να έχει περίπτερο επειδή είχε και πέρυσι ούτε κάθε διοίκηση να βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη επειδή βρίσκεται εδώ ο υπουργός της. Πολύ περισσότερο, μια διεθνής έκθεση δεν μπορεί να μετρά την επιτυχία της με όρους που θυμίζουν περισσότερο την ετήσια συνάντηση του ελληνικού κρατικού μηχανισμού παρά μια σύγχρονη εμπορική διοργάνωση.

Η συμπλήρωση εκατό χρόνων από την πρώτη ΔΕΘ είναι ίσως η καλύτερη αφορμή για να ξαναδούμε ορισμένες από αυτές τις βεβαιότητες και να απαιτήσουμε περισσότερα από τη διοργάνωση. Λιγότερος χώρος για παρουσίες χωρίς σαφή λόγο, περισσότερος για επιχειρήσεις, διεθνείς αποστολές, επενδυτές, νέες ιδέες και πραγματικές εμπορικές συναντήσεις. Για κάθε ευρώ δημόσιου χρήματος που δαπανάται για μια παρουσία στη ΔΕΘ, θα πρέπει επίσης να υπάρχει μια απλή απάντηση στο τι ακριβώς θέλουμε να πετύχουμε με αυτό.

Τίποτε από αυτά δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο. Οι Θεσσαλονικείς τα συζητούν εδώ και χρόνια. Ίσως αυτό να είναι και το πρόβλημα: ορισμένες καταστάσεις επαναλαμβάνονται τόσο σταθερά, ώστε κάποια στιγμή παύουμε να αναρωτιόμαστε γιατί υπάρχουν.

Η Θεσσαλονίκη δεν χρειάζεται κάθε Σεπτέμβριο να αποδεικνύει τη σημασία της επειδή για τρεις ημέρες μετακομίζει εδώ η Αθήνα. Χρειάζεται μια ΔΕΘ που να φέρνει στην πόλη περισσότερο κόσμο από το εξωτερικό, περισσότερες επιχειρήσεις, περισσότερες συμφωνίες, περισσότερες ιδέες και περισσότερες ευκαιρίες που θα παραμένουν όταν φύγουν οι κυβερνητικές αυτοκινητοπομπές.

Η ΔΕΘ δεν χρειάζεται να γίνει λιγότερο πολιτική. Χρειάζεται να γίνει περισσότερο έκθεση.