«Στη μάχη κατά της ανομίας, η ανοχή είναι συνενοχή»

Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο πολιτικός επιστήμονας, μέλος ΚΕ ΟΝΝΕΔ, Θεόδωρος Μπούρος

«Στη μάχη κατά της ανομίας, η ανοχή είναι συνενοχή»
ΡΑΦΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ / EUROKINISSI

Ξημερώματα 1ης Ιουλίου, η Θεσσαλονίκη γνωρίζει το πιο βίαιο πρόσωπο του παρακράτους της Αριστεράς, αυτό της τρομοκρατίας. Είναι η στιγμή που μια μάνα δολοφονείται στο ίδιο της το σπίτι και μια οικογένεια βλέπει τη ζωή της να διαλύεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Η δολοφονία της Βάγιας Νέστορα δεν είναι απλώς ένα ποινικό γεγονός. Είναι μια τραγική υπενθύμιση ότι η βία, όταν αντιμετωπίζεται με ανοχή, δεν αργεί να οδηγήσει στην απώλεια ανθρώπινων ζωών.

Κι όμως, ακόμη και σήμερα, υπάρχουν εκείνοι που σπεύδουν να σχετικοποιήσουν τη βία. Να την εξηγήσουν. Να την εντάξουν σε πολιτικά αφηγήματα. Να ψάξουν ελαφρυντικά αντί να κοιτάξουν κατάματα την πραγματικότητα.

Για δεκαετίες, ένα κομμάτι της εγχώριας Αριστεράς επέδειξε μια επικίνδυνη ανοχή απέναντι σε φαινόμενα βίαιου αναρχισμού. Οι κουκουλοφόροι βαφτίστηκαν «αγανακτισμένοι», οι καταλήψεις έγιναν «κοινωνικοί χώροι», οι επιθέσεις αντιμετωπίστηκαν ως μορφές πολιτικής έκφρασης. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα κλίμα όπου η ανομία έπαψε να προκαλεί αποτροπιασμό και άρχισε να αντιμετωπίζεται ως κάτι σχεδόν φυσιολογικό.

Το βλέπουμε στα «Προσφυγικά». Το βλέπουμε στις καταλήψεις. Το βλέπουμε κάθε φορά που οργανωμένες ομάδες θεωρούν ότι μπορούν να λειτουργούν ως κράτος μέσα στο κράτος. Το βλέπουμε και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου επί χρόνια βίαιες ομάδες εκμεταλλεύονταν τον πανεπιστημιακό χώρο, μετατρέποντας έναν χώρο γνώσης σε πεδίο συγκρούσεων, εκφοβισμού και παρανομίας.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς την αποκατάσταση της νομιμότητας. Με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και τον Πρωθυπουργό προσωπικά, να βάζουν ένα τέλος στο δόγμα της ανοχής απέναντι στην ανομία.

Η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου ως καταφυγίου παραβατικών ομάδων, οι εκκενώσεις καταλήψεων και η ενίσχυση της παρουσίας του κράτους δικαίου σε χώρους που για χρόνια θεωρούνταν «άβατα» αποτελούν κινήσεις που έστειλαν ένα σαφές μήνυμα, πως σε μια δημοκρατική πολιτεία δεν υπάρχουν περιοχές εκτός νόμου.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Ο στόχος τους δεν ήταν ποτέ η διαμαρτυρία. Όποιος θέλει να διαμαρτυρηθεί, διαδηλώνει, μιλά, πείθει, συμμετέχει στη δημοκρατική διαδικασία. Δεν επιλέγει τη βία. Δεν επιλέγει τον τρόμο.

Ο στόχος τους ήταν να σκοτώσουν. Ο στόχος τους ήταν να επιβάλουν τον φόβο. Να κάνουν τον πολίτη να αισθάνεται ότι δεν είναι ασφαλής ούτε στη γειτονιά του, ούτε στο πανεπιστήμιό του, ούτε καν στο ίδιο του το σπίτι. Να πείσουν ότι υπάρχουν περιοχές όπου ο νόμος δεν ισχύει και ότι η Δημοκρατία είναι ανίσχυρη απέναντί τους.

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη ευθύνη όλων μας. Δεν αρκεί να καταδικάζουμε τη βία όταν εμφανίζεται στις οθόνες μας. Οφείλουμε να σταματήσουμε να εθελοτυφλούμε απέναντι σε κάθε μορφή ανομίας που τη γεννά και τη συντηρεί. Η κοινωνία δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει με αδιαφορία τους θύλακες παρανομίας, ούτε να αποδέχεται ότι υπάρχουν χώροι στους οποίους το κράτος δικαίου δεν εφαρμόζεται.

Η πάταξη της βίας δεν είναι ιδεολογική επιλογή. Είναι υποχρέωση μιας δημοκρατικής πολιτείας απέναντι στους πολίτες της. Είναι χρέος απέναντι στις οικογένειες που θρηνούν. Είναι χρέος απέναντι στα παιδιά που αξίζουν να μεγαλώσουν σε μια χώρα όπου δεν θα φοβούνται να κυκλοφορήσουν ελεύθερα.

Η απάντηση δεν είναι η σιωπή. Είναι η αποφασιστική υπεράσπιση του κράτους δικαίου, η εφαρμογή του νόμου παντού και για όλους και η απόλυτη απομόνωση κάθε μορφής βίας.

Γιατί η Δημοκρατία δεν εκβιάζεται. Δεν λυγίζει. Δεν διαπραγματεύεται με την τρομοκρατία και την ανομία. Όταν το κράτος δικαίου εφαρμόζεται χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς εκπτώσεις, αποδεικνύεται ισχυρότερο από κάθε κουκούλα, κάθε μολότοφ και κάθε πράξη τρομοκρατίας.

Δεν θα τους φοβηθούμε λοιπόν. Δεν θα τους αφήσουμε να επιβάλουν τον φόβο ως τη νέα κανονικότητα. Γιατί στο τέλος το φως νικάει πάντα το σκοτάδι, η Δημοκρατία θα λάμψει και θα δικαιώσει τα αδικοχαμένα θύματα της τρομοκρατίας.