Η πιο μεγάλη απάντηση στην βία

Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Νίκος Ταχιάος

Η πιο μεγάλη απάντηση στην βία
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI

Για κάποιους είναι «ημιπιτσιρικάδες». Υποπτεύομαι ότι αυτοί δεν είναι λίγοι και ότι φυσική απόρροια αυτής της ξεδιάντροπα δημόσια εκφρασμένης  δικαιολογίας, είναι ένας υποδόριος μιθριδατισμός.

Τον αναγνωρίζουμε  σε διαφορετικά επίπεδα, κυρίως με αδιαφορία ή σιωπή, αλλά και με διαπιστώσεις του τύπου: «Έλα μωρέ, παιδιά είναι, παίζουν, τίποτα φοβερό, μια στρακαστρούκα ήταν». Αυτή είναι ίσως η πιο ανώδυνη αλλά και πιο επικίνδυνη εκδοχή. «Ανώριμοι επαναστάτες, ακτιβιστές της πλάκας» είναι η επόμενη, η ιδεολογικοποιημένη, αυτή που ταιριάζει στους πούρους πολιτικοποιημένους. «Κάποιος πρέπει να πάρει τον νόμο στα χέρια του, σιγά το πράγμα, ένα γκαζάκι. Αν τους είχα εγώ στα χέρια μου…»  ακούγεται χωρίς να κρύβεται η ακραία κραυγή των ουκ ολίγων κατά σύστημα οργισμένων και των ιδεοληπτικών.

Μετά από την απύθμενη τοξικότητα της προηγούμενης δεκαετίας, δεν υπάρχει τίποτε παράξενο σε όλα αυτά. «Και τι κακό έχουν οι μολότοφ; Εξαρτάται σε ποια μεριά είσαι όταν πέφτουν οι μολότοφ! Εκεί που τις ρίχνουν ή εκεί που πέφτουν», ακούστηκε από το στόμα του πρωθυπουργού του αλήστου μνήμης 2017.

Εκεί που οι επίδοξοι τιμωροί και οι ηλίθιοι οπαδοί ρίχνουν λοιπόν τις μολότοφ ή τις φωτοβολίδες ή τα βέλη κι εκεί που βάζουν τα γκαζάκια, υπάρχουν άνθρωποι και το προïόν των κόπων ανθρώπων. Η βία έχει θύματα. Έχει καμία διαφορά αν είναι αστυνομικοί, πολίτες, πολιτικοί;

Η βία γεννά δολοφόνους. Έχει λογική να αποδεχόμαστε ή να συμβιώνουμε με την άποψη ότι αυτοί είναι οι «ημιπιτσιρικάδες» μιας φυσιολογικής καθημερινότητας; Αν και το ερώτημα ξεκινά από πολύ πιο απλές εικόνες: Από τους κατ’ επάγγελμα εγκληματίες Χρυσαυγίτες που αφελώς τους αντιμετώπιζαν σαν προσκοπάκια γιατί πουλούσαν προστασία στις γιαγιάδες των συνοικιών και από τα δισέγγονα του σταλινισμού που παρελαύνουν με το βήμα της χήνας κραδαίνοντας στυλιάρια με κόκκινες σημαίες, πότε για να εξασκούνται στην επαναστατική γυμναστική πάνω σε μεροκαματιάρηδες αστυνομικούς και πότε για να λύνουν τις βλακώδεις διαφορές τους με τους παραστρατημένους στις διάφορες βουλγκάτες της ολοκληρωτικής θρησκείας τους. Και να μην ξεχάσω και τα χυδαία καρακόλια του αντισημιτισμού στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, που με θολωμένες τις θλιβερές μούρες τους, αναρτούν  στα social media τις πόζες τους σαν τάγματα θανάτου.

Ας μην γελιόμαστε! Το κλειδί δεν είναι αποκλειστικά στα χέρια της κρατικής εξουσίας, δηλαδή στην διαχείριση της νόμιμης βίας. Είναι κι εκεί. Αλλά είναι πιο κρίσιμο πως ό,τι με διάφορες ερμηνείες αποκαλούμε «κοινωνία» οφείλει με λόγια και έργα να αντιμετωπίζει εκ προοιμίου τους εραστές της βίας ως αποσυνάγωγους. Να δείχνει ότι δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτούς. Ούτε η πολιτική τοποθέτηση, ούτε η οιαδήποτε οργή παρέχουν ηθικό πλεονέκτημα, ούτε κι αυτό με την σειρά του δικαιολογεί επιείκεια ή άλλοθι ή εκ προοιμίου συγχώρεση.

Το πολιτικό «περιθώριο» είναι στο περιθώριο της εικόνας μιας ολόκληρης κοινωνίας, όχι μόνο έναντι της φωτογραφίας της στιγμής της εκάστοτε εξουσίας. Τα «ήξεις αφήξεις» δεν πείθουν. Όπως και οι όψιμες καταδίκες χωρίς ειλικρινή mea culpa δεν αρκούν. H ανάσυρση ενός αξιοσημείωτου μέρους της κοινωνίας από τον βυθό της ανοχής στην βία δεν είναι τόσο απλό, όσο ένα επικοινωνιακό rebranding.

Με ρώτησε συνεργάτης μου: «Να έχουν άραγε τύψεις»; Βλέπετε κι αυτός, πολύ πιθανόν μέχρι σήμερα, στα γκαζάκια να έβλεπε έναν ψευτοεπαναστατικό χαβαλέ. Η απάντηση είναι ότι προφανώς και δεν έχουν τύψεις. Δεν τους έχουν άραγε φυτέψει στο διεστραμμένο μυαλό τους ότι η επανάσταση έχει και παράπλευρες απώλειες; Περιμένετε μετάνοια; Πλανάστε πλάνην! Πάνω απ’ όλα η επανάσταση. Οι βλαμμένοι που επιλέγουν τρία περιφερειακά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας ή και οποιονδήποτε άλλον, για να κάνουν το κομμάτι τους, είναι από την πρώτη στιγμή  επίδοξοι εγκληματίες και εν προκειμένω διαγεγνωσμένα δολοφόνοι.

Στο μυαλό μου έχω συγκρατήσει μια μεγαλειώδη στιγμή της κοινοβουλευτικής ζωής στην δημοκρατική περίοδο αυτού του τόπου. Είχαν περάσει ελάχιστες ώρες από το γεγονός, όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης βγήκε στο βήμα του Κοινοβουλίου εκφωνώντας με τρεμάμενη φωνή για την δολοφονία του πιο στενού συνεργάτη και γαμπρού του, ηνο μεγαλειώδη ευχή: «Να είναι το αίμα του Παύλου Μπακογιάννη το τελευταίο αίμα που χύνεται άδικα σε αυτό τον τόπο».

Σήμερα, σε αυτήν την εικόνα προσθέτω και τον κύριο Παναγιώτη Νέστορα, σύζυγο της αδικοχαμένης Βάγιας, πατέρα της Αφροδίτης: «Η δημοκρατία έχει τη δύναμη να βρει και να δικάσει δίκαια τους δράστες … Η απώλεια της γυναίκας μου να είναι η τελευταία… Εύχομαι να μην πάθουν οι δικές τους οικογένειες κάτι αντίστοιχο…».

Πως να εκφράσεις με λόγια τα αισθήματά σου για την απώλεια, αλλά και για αυτήν την αξιοθαύμαστη μεγαλοψυχία, για αυτήν την εξόριση του μίσους από την ύπαρξή ενός ανθρώπου; Τι να του πρωτοπείς; Ο ίδιος είναι η πιο μεγάλη απάντηση στην βία. Δεν είναι παρηγοριά, αλλά σς ξέρει τουλάχιστον ότι η θλίψη μας αναμετράται με την περηφάνια ότι μαζί του, με την οικογένεια που δημιούργησε, μας συνδέουν κοινές αξίες. Ότι υπάρχει μια μεγαλύτερη οικογένεια που τον αγκαλιάζει.