Πετράλωνα – Αιτίες και αφορμές
Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Ευάγγελος Γ. Γαλούσης, Πολιτικός Μηχανικός, Πρ. Πρύτανης ΔΠΘ
Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Ευάγγελος Γ. Γαλούσης, Πολιτικός Μηχανικός, Πρ. Πρύτανης ΔΠΘ

Με αφορμή την πρόσφατη κατάρρευση τετραώροφης οικοδομής στα Πετράλωνα, θα επιχειρήσω να καταθέσω μερικές σκέψεις, οι οποίες δεν αποτελούν τεχνικό πόρισμα ούτε προδικάζουν το έργο των πραγματογνωμόνων, αλλά φιλοδοξούν να τονίσουν πτυχές που συχνά παραβλέπονται στη δημόσια συζήτηση.
Είναι ανθρώπινο και απολύτως κατανοητό η κοινή γνώμη να λειτουργεί συναισθηματικά και να τάσσεται στο πλευρό των ενοίκων. Εκφράσεις όπως «κρίμα, έμειναν άστεγοι σε δέκα λεπτά» ή «απρόσεκτοι ήταν ο εργολάβος και ο μηχανικός» αποτυπώνουν μια ειλικρινή συμπάθεια, την οποία οφείλουμε να αναγνωρίζουμε χωρίς δισταγμό.
Ταυτόχρονα, οι δικαστικές αρχές, όπως επιβάλλεται, διερευνούν το ποιος, πότε και γιατί ευθύνεται και, για τον σκοπό αυτό, προσέφυγαν σε έμπειρους τεχνικούς πραγματογνώμονες. Όλα αυτά είναι σωστά και αναγκαία.
Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλα στοιχεία που δεν πρέπει να παραβλεφθούν, αν θέλουμε η συζήτηση να μη περιοριστεί στην επιφανειακή συναισθηματική φόρτιση.
Κάθε κατασκευή γίνεται για να καλύψει ανάγκες και υπόκειται σε κανόνες και προϋποθέσεις, που επιβάλλουν την προηγούμενη μελέτη σύμφωνα με τους εκάστοτε κανονισμούς. Με τον χρόνο και τη χρήση, κάθε κτίσμα υφίσταται φθορές.
Οι κείμενες διατάξεις ορίζουν ότι οι κατασκευές από σκυρόδεμα έχουν ορίζοντα πενήντα ετών — όχι ότι πρέπει να κατεδαφίζονται υποχρεωτικά, αλλά ότι οφείλουν να υπόκεινται σε ελέγχους αντοχής, διαβρώσεων οπλισμού, ασβεστοποίησης και μικρορωγματώσεων από σεισμικές δονήσεις.
Η Πολιτεία επιβάλλει αυτούς τους ελέγχους, αλλά στην πράξη δεν τους ενεργοποιεί ούτε τους επιτηρεί, με αποτέλεσμα κανείς —ιδιώτης ή δημόσιος φορέας— να μην τους εκτελεί συστηματικά.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση των Πετραλώνων, προκύπτουν ενδείξεις ότι η οικοδομή είχε ιδιαίτερες εγγενείς αδυναμίες. Κατασκευάστηκε αρχικά ως ισόγεια κατοικία, αργότερα προστέθηκε όροφος με δεύτερη άδεια και, με τρίτη άδεια, άλλοι δύο όροφοι.
Όταν σχεδιάζεται θεμελίωση για μονόροφο κτίσμα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί να φέρει τρεις επιπλέον ορόφους, ακόμη και αν υπάρχει μια τυπική δήλωση επάρκειας.
Εξάλλου, στις δεκαετίες του ’60 και ’70 η ποιότητα του σκυροδέματος δεν ήταν σταθερή, ούτε υπήρχε ομοιογένεια υλικού, ενώ η ποιότητα του εδάφους ουδέποτε ελέγχθηκε με σύγχρονα εδαφοτεχνικά μέσα, αλλά απλώς εκτιμήθηκε.
Αυτές οι παθογένειες αποτελούν σοβαρούς παράγοντες που μπορούν να μειώσουν δραστικά το περιθώριο ασφαλείας μιας κατασκευής.
Δεν είναι τεχνικά ορθό να λέμε κατηγορηματικά ότι «αιτία της κατάρρευσης ήταν η παρακείμενη εκσκαφή», σαν να πρόκειται για μοναδικό αίτιο.
Αν η εκσκαφή ήταν ο μόνος ή ο κυρίαρχος λόγος, τότε, με την ίδια λογική, θα έπρεπε να είχαν υποστεί βλάβη και οι δύο παρακείμενες οικοδομές. Αυτό δεν συνέβη, γεγονός που δείχνει ότι η καταρρεύσασα οικοδομή είχε συσσωρευμένες αδυναμίες, οι οποίες την κατέστησαν ιδιαίτερα ευάλωτη.
Το κατά πόσο η εκσκαφή υπήρξε η αφορμή ή και η κύρια αιτία, και αν ακόμη και με πλήρη μέτρα προστασίας η κατάρρευση θα ήταν αναπόφευκτη, είναι ζητήματα που θα κρίνει η πραγματογνωμοσύνη.
Είναι επίσης γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες της οικοδομής είχαν, θεωρητικά, την υποχρέωση να προβούν σε ελέγχους και ενδεχόμενες ενισχύσεις, πολύ πριν από το συμβάν.
Όμως, η υποχρέωση αυτή παραμένει ανενεργή, γιατί η ίδια η Πολιτεία δεν έχει θεσπίσει σαφή μηχανισμό επιβολής, ούτε παρέχει κίνητρα ή σαφείς οδηγούς στους ιδιοκτήτες.
Έτσι, η ευθύνη δεν μπορεί να βαραίνει μόνο τους ενοίκους, αλλά είναι κατ’ ουσίαν συλλογική και θεσμική.
Από την άλλη πλευρά, ο γείτονας που ξεκίνησε την εκσκαφή είχε, σύμφωνα με τον νόμο, την υποχρέωση να λάβει όλα τα προληπτικά μέτρα, όπως η σταδιακή εκσκαφή και η κατασκευή αντιστηρίξεων βήμα προς βήμα.
Φαίνεται ότι τέτοια μέτρα είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται, αλλά η βαριά παθογένεια του γειτονικού κτιρίου ενδέχεται να μην επέτρεψε την ολοκλήρωσή τους.
Σε κάθε περίπτωση, μια εκσκαφή τέτοιου βάθους θα έπρεπε να συνοδεύεται από εδαφοτεχνική μελέτη και πλήρη εκτίμηση της επίδρασης στα παρακείμενα κτίρια — κάτι που η Πολιτεία οφείλει να επιβάλλει αυστηρά.
Επειδή, ως γνωστόν, μια κατάρρευση δεν γίνεται ακαριαία, όσοι αντιλήφθηκαν οτιδήποτε ασυνήθιστο όφειλαν να ειδοποιήσουν άμεσα. Αν υπήρξαν τέτοιες ειδοποιήσεις και δεν ελήφθησαν υπόψη, τότε αυτό συνιστά σοβαρή παράλειψη.
Καταλήγοντας, διακρίνω δύο πλευρές του ζητήματος:
Η πρώτη είναι η συναισθηματική, που μας επιβάλλει αβίαστα τη συμπάθεια προς τους ανθρώπους που βρέθηκαν ξαφνικά άστεγοι.
Η δεύτερη αφορά την κατανομή της ευθύνης, η οποία, κατά την προσωπική μου εκτίμηση και πάντα υπό την κρίση της πραγματογνωμοσύνης, φαίνεται να μοιράζεται ανάμεσα στην εκσκαφή (η οποία λειτούργησε ως αφορμή) και στη βαριά παθογένεια του κτιρίου (η οποία το κατέστησε ανεπαρκές).
Με αυτή την έννοια, επιτρέψτε μου να διατυπώσω ορισμένα ερωτήματα, τα οποία τίθενται υπό την αίρεση ότι το τελικό πόρισμα επιβεβαιώσει πως η οικοδομή έφερε το μεγαλύτερο βάρος των αδυναμιών:
Έχει δικαίωμα κάποιος να αφήνει το ακίνητό του σε ετοιμόρροπη κατάσταση, εμποδίζοντας έτσι έμμεσα τον διπλανό του να αξιοποιήσει τη δική του περιουσία;
Έχει δικαίωμα, για τον ίδιο λόγο, να επιβαρύνει οικονομικά τον γείτονα που θέλει να αναπτύξει το οικόπεδό του, υποχρεώνοντάς τον σε δαπάνες προστασίας αγνώστου ύψους;
Μήπως σε τέτοιες περιπτώσεις θα έπρεπε οι όμοροι να συμμετέχουν από κοινού στα πρόσθετα αυτά έξοδα, αφού και οι δύο ωφελούνται ή κινδυνεύουν από την κατάσταση;
Θεωρώ, τέλος, ότι η Πολιτεία έχει χρέος να εφαρμόζει η ίδια όσα νομοθετεί.
Οφείλει να υποχρεώσει σε περιοδικούς ελέγχους και ενισχύσεις των παλαιών κατασκευών, να καταστήσει την κατάσταση του κτιρίου αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητάς του και να απαιτεί εδαφοτεχνικές μελέτες πριν από κάθε εκσκαφή. Η ποιότητα του εδάφους και η φέρουσα ικανότητα των θεμελιώσεων μεταβάλλονται με τον χρόνο και δεν μπορούν να αγνοούνται.
Όλα τα παραπάνω δεν υποβαθμίζουν το ανθρώπινο δράμα, ούτε απαλλάσσουν τους εμπλεκόμενους από τις ατομικές τους ευθύνες. Απλώς υπογραμμίζουν ότι η ασφάλεια των κτιρίων δεν είναι υπόθεση μιας στιγμής, αλλά αποτέλεσμα συνεχούς φροντίδας, ουσιαστικής εφαρμογής των νόμων και αλληλεγγύης μεταξύ γειτόνων.