Όταν η φιλοζωία γίνεται επάγγελμα

Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Άρης Δημητρίου, εκπαιδευτής σκύλων και συνεργάτης ΟΤΑ για τη διαχείριση αδέσποτων

Όταν η φιλοζωία γίνεται επάγγελμα
pixabay

Από την αποζημίωση στην πρόληψη και από την τύχη στην ασφάλειαΑρθρογραφεί στο TheOpinion o Άρης Δημητρίου, εκπαιδευτής σκύλων και συνεργάτης ΟΤΑ για τη διαχείριση αδέσποτων

Μπορεί ένα κοινωνικό πρόβλημα να λυθεί όταν γύρω του δημιουργούνται συμφέροντα;

Υπάρχουν κοινωνικά προβλήματα που δεν λύνονται επειδή δεν γνωρίζουμε τη λύση τους. Υπάρχουν όμως και προβλήματα που, όσο περνούν τα χρόνια, αποκτούν γύρω τους τόσο μεγάλο μηχανισμό διαχείρισης, ώστε τελικά η κοινωνία να συνηθίζει περισσότερο την ύπαρξή τους παρά να απαιτεί την λύση του προβλήματος.

Δηλαδή πλέον μιλάμε για κοινωνική ανοχή. Το πρόβλημα των αδέσποτων είναι ίσως ένα από αυτά. Εδώ και χρόνια μιλάμε για στειρώσεις, καταφύγια, υιοθεσίες, χρηματοδοτήσεις, φιλοζωικές δράσεις και νέες νομοθετικές ρυθμίσεις. Κι όμως, το πρόβλημα παραμένει. Και κάπου εδώ πρέπει να σταματήσουμε να ρωτάμε μόνο «τι άλλο πρέπει να κάνουμε;». Πρέπει να ρωτήσουμε και κάτι δυσκολότερο: Μήπως έχουμε δημιουργήσει ένα σύστημα που έχει περισσότερα συμφέροντα στην ύπαρξη από την λύση;

Η φιλοζωία ξεκίνησε από κάτι πολύ απλό και πολύ ανθρώπινο. Από την ευαισθησία απέναντι σε ένα πλάσμα που υποφέρει. Από την ανάγκη να βοηθήσουμε ένα ζώο που εγκαταλείφθηκε, τραυματίστηκε ή βρέθηκε στον δρόμο. Ήταν ιδεολογία και εθελοντισμός. Και αυτή η φιλοσοφία δεν χρειάζεται καμία απολογία. Στην πορεία όμως δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος χώρος γύρω από τη φιλοζωία. Οργανώσεις, επαγγελματίες, καταφύγια, κτηνιατρικές υπηρεσίες, μεταφορές, φιλοξενίες, υιοθεσίες, χρηματοδοτήσεις, δωρεές και διεθνείς συνεργασίες. Και αυτό από μόνο του δεν είναι κακό.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν ξεχνάμε μια βασική αρχή: Άλλο η φιλοζωία ως ιδεολογία και άλλο η οικονομική δραστηριότητα που αναπτύσσεται γύρω από αυτήν. Το ότι κάποιος αγαπά τα ζώα δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να ελέγχεται. Το ότι κάποιος προσφέρει έργο δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να λογοδοτεί. Και το ότι κάποιος επικαλείται έναν ευγενή σκοπό δεν σημαίνει ότι κάθε οικονομική δραστηριότητα γύρω από αυτόν τον σκοπό είναι αυτομάτως υπεράνω κριτικής. Εδώ βρίσκεται η ουσία.

Μπορεί ένα κοινωνικό πρόβλημα να λυθεί όταν γύρω από αυτό έχει δημιουργηθεί ένας ολόκληρος επαγγελματικός και οικονομικός χώρος; Δεν λέμε ότι οι άνθρωποι που εργάζονται στον χώρο δεν πρέπει να αμείβονται. Φυσικά και πρέπει. Η εργασία έχει κόστος. Αλλά υπάρχει μια διαφορά που δεν πρέπει να χαθεί: Το επάγγελμα πρέπει να υπηρετεί τη λύση του προβλήματος. Δεν μπορεί να αποκτήσει συμφέρον από τη διαιώνισή του. Και αυτή είναι η συζήτηση που αποφεύγουμε.

Το θέμα των ζώων έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Αγγίζει κατευθείαν το συναίσθημα. Ένας άνθρωπος μπορεί να μην ενδιαφέρεται για μια τεχνική έκθεση ενός δήμου, αλλά να συγκινηθεί από μια φωτογραφία ενός κουταβιού. Μπορεί να μην γνωρίζει τίποτα για τη λειτουργία ενός καταφυγίου, αλλά να ανοίξει το πορτοφόλι του όταν δει ένα τραυματισμένο ζώο. Αυτό είναι ανθρώπινο. Ακριβώς γι’ αυτό όμως η φιλοζωική ευαισθησία γίνεται πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο.

Ο πολιτικός μπορεί να εμφανιστεί δίπλα σε ένα ζώο και να κερδίσει την εικόνα του ευαίσθητου. Η οργάνωση μπορεί να παρουσιάσει μια συγκινητική ιστορία και να κινητοποιήσει δωρεές. Ο πολίτης αισθάνεται ότι βοήθησε. Όλοι μπορεί να αισθάνονται ότι κάτι έγινε. Και όμως, το ερώτημα παραμένει: Έγινε το πρόβλημα μικρότερο; Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση. Το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής διαχείρισης των αδέσποτων περνά μέσα από τους δήμους. Ο δήμος πληρώνει κτηνιατρικές πράξεις. Ο δήμος διαχειρίζεται καταφύγια. Ο δήμος σιτίζει και φιλοξενεί. Και όλα αυτά γίνονται με δημόσιο χρήμα.

Το ίδιο το ελληνικό σύστημα υιοθεσίας αναγνωρίζει θεσμικά τόσο τους δήμους όσο και τις φιλοζωικές οργανώσεις ως φορείς που μπορούν να προωθούν ζώα προς υιοθεσία. Κι όμως, όταν ένα ζώο τελικά υιοθετείται στο εξωτερικό, ποια ιστορία βλέπει συνήθως ο άνθρωπος που θα το υιοθετήσει; Βλέπει την οργάνωση. Βλέπει τον εθελοντή. Πόσο συχνά βλέπει τον δήμο που πλήρωσε και έκανε όσα προηγήθηκαν; Εδώ δεν μιλάμε για διεκδίκηση δόξας. Μιλάμε για αναγνώριση της πραγματικότητας. Γιατί η ιστορία ενός αδέσποτου δεν αρχίζει τη στιγμή που το φωτογραφίζει μια οργάνωση.

Έχει προηγηθεί μια ολόκληρη δημόσια διαδικασία. Και τότε γεννιέται ένα ακόμη ερώτημα: Όταν ένας πολίτης του εξωτερικού συγκινείται από ένα ελληνικό αδέσποτο και προσφέρει χρήματα για τη φροντίδα, τη σίτιση ή τη μεταφορά του, γιατί τα χρήματα αυτά να μην μπορούν να ενισχύσουν και τον δήμο και την πρόληψη; Γιατί να χρηματοδοτούμε κυρίως το αποτέλεσμα και όχι την αιτία; Γιατί να μην ενισχύεται ο μηχανισμός που θα αποτρέψει τη δημιουργία του επόμενου αδέσποτου; Γιατί να μην υπάρχει μια πλήρης εικόνα: Αυτό το ζώο περισυλλέχθηκε από τον Δήμο. Στειρώθηκε με χρήματα του Δήμου.

Θεραπεύτηκε με χρήματα του Δήμου. Φιλοξενήθηκε με χρήματα του Δήμου. Και στη συνέχεια η συγκεκριμένη οργάνωση ανέλαβε την προώθηση της υιοθεσίας του. Γιατί αυτή η ιστορία δεν παρουσιάζεται ολόκληρη;

Η υιοθεσία ενός ζώου στο εξωτερικό μπορεί να είναι μια εξαιρετική λύση για το συγκεκριμένο ζώο. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται με τη λύση του προβλήματος των αδέσποτων. Η ίδια η ελληνική πλατφόρμα προβλέπει τη δυνατότητα υιοθεσίας στο εξωτερικό μέσω συνεργασιών δήμων και μη κερδοσκοπικών φιλοζωικών οργανώσεων, ενώ προβλέπει επίσης ότι τα έξοδα μετακίνησης, σίτισης και ιατρικής φροντίδας που έχουν πράγματι πραγματοποιηθεί πρέπει να καταγράφονται και να αποδίδονται. Αυτό ακριβώς δείχνει και πού πρέπει να βρίσκεται η συζήτηση: Στη διαφάνεια. Όχι στην καχυποψία. Όχι στη συλλήβδην καταδίκη των οργανώσεων.

Αλλά στο να ξέρουμε ποιος έκανε τι και ποιος πλήρωσε τι. Είναι χαρακτηριστικό ότι πρόσφατη επιστημονική μελέτη που εξέτασε 241 οργανώσεις οι οποίες προωθούν σκύλους από χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης στη Γερμανία εντόπισε ελλείψεις πληροφόρησης σχετικά με την προέλευση, τη μεταφορά και την κατάσταση των ζώων και επισήμανε τη δυσκολία διάκρισης σε ορισμένες περιπτώσεις μεταξύ διάσωσης και παράνομου εμπορίου. (Cambridge University Press) Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι οργανώσεις λειτουργούν έτσι. Σημαίνει ότι η διαφάνεια πρέπει να είναι κανόνας, όχι εξαίρεση. Και επιστρέφουμε στην αρχή.

Γιατί το ζήτημα δεν είναι τελικά μόνο οικονομικό. Είναι και πολιτικό. Η φιλοζωική ευαισθησία είναι ένα τεράστιο κοινωνικό κεφάλαιο. Κάποιοι μπορούν να την αξιοποιήσουν για να κερδίσουν ψήφους. Κάποιοι για να αποκτήσουν δημόσια προβολή. Κάποιοι για να συγκεντρώσουν χρήματα. Και κάποιοι, ευτυχώς, απλώς επειδή πραγματικά αγαπούν τα ζώα.

Το πρόβλημα είναι ότι όλες αυτές οι κατηγορίες συχνά εμφανίζονται προς τα έξω με το ίδιο πρόσωπο. Και έτσι ο πολίτης δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την πραγματική προσφορά από την πολιτική εκμετάλλευση και την οικονομική δραστηριότητα. Δεν χρειαζόμαστε λιγότερη φιλοζωία. Χρειαζόμαστε υγιώς σκεπτόμενη φιλοζωία.

Μια φιλοζωία που να μπορεί να δεχθεί την ερώτηση: «Πού πήγαν τα χρήματα;» χωρίς να θεωρεί ότι η ερώτηση είναι επίθεση. Μια φιλοζωία που να μπορεί να πει: «Ναι, ο δήμος έκανε αυτή τη δουλειά και πρέπει να αναγνωριστεί». Μια φιλοζωία που να θέλει να μειωθεί ο αριθμός των αδέσποτων, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι κάποια στιγμή θα μειωθεί και η ανάγκη για τις δικές της υπηρεσίες. Γιατί εκεί βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία της ιδεολογίας.

Θα θέλαμε να εξαφανιστεί το πρόβλημα ακόμη κι αν εξαφανιζόταν μαζί του η ανάγκη για εμάς; Αν η απάντηση είναι «ναι», τότε μιλάμε για φιλοζωία. Αν η απάντηση είναι «όχι», τότε έχουμε περάσει σε κάτι άλλο. Το αδέσποτο δεν είναι απλώς ένα ζώο στον δρόμο. Είναι το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής διαδικασίας.

Και γι’ αυτό δεν θα λυθεί με μία ακόμη δράση, μία ακόμη χρηματοδότηση ή μία ακόμη συγκινητική καμπάνια. Χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο μετράμε την επιτυχία. Όχι: Πόσα ζώα διαχειριστήκαμε;

Αλλά: Πόσα λιγότερα ζώα χρειάστηκε να διαχειριστούμε; Και ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο δύσκολη ερώτηση: Ποιος έχει πραγματικά συμφέρον να λυθεί το πρόβλημα των αδέσποτων; Ο πολίτης, ο δήμος και το κεντρικό κράτος σίγουρα οφείλουν να έχουν, αλλά και ο πραγματικός φιλόζωος.

Αλλά αν γύρω από το πρόβλημα δημιουργείται ένας ολόκληρος οικονομικός, επαγγελματικός και πολιτικός μηχανισμός, τότε πρέπει να διασφαλίσουμε κάτι πολύ απλό: Ότι ο μηχανισμός αυτός πρέπει να αξιολογείται από το αποτέλεσμα που παράγει και όχι από τη δραστηριότητα που εμφανίζει. Γιατί μπορεί να έχουμε περισσότερες δράσεις και λιγότερη λύση. Περισσότερες υιοθεσίες και περισσότερα νέα αδέσποτα. Περισσότερα χρήματα και το ίδιο πρόβλημα.

Περισσότερη δημοσιότητα και λιγότερη ουσιαστική πρόληψη. Και τότε πρέπει να έχουμε το θάρρος να πούμε ότι κάτι κάνουμε λάθος. Ίσως αυτή να είναι η πιο σκληρή αλλά και η πιο δίκαιη δοκιμασία. Η πραγματική φιλοζωία πρέπει να θέλει να έρθει η ημέρα που δεν θα χρειάζονται τόσες οργανώσεις για να περισυλλέγουν ζώα.

Δεν θα χρειάζονται τόσα καταφύγια. Δεν θα χρειάζονται τόσες εκκλήσεις για χρήματα. Δεν θα χρειάζεται να φεύγουν ζώα στο εξωτερικό για να βρουν οικογένεια. Δεν θα χρειάζονται τόσες δράσεις για να διαχειριστούμε τις συνέπειες. Γιατί τότε θα σημαίνει ότι λύσαμε το πρόβλημα. Η φιλοζωία ξεκίνησε ως ιδεολογία. Δεν είναι κακό να έγινε επάγγελμα για κάποιους.

Κακό είναι να ξεχάσουμε ότι ο σκοπός του επαγγέλματος είναι να υπηρετεί την ιδεολογία και όχι η ιδεολογία να χρησιμοποιείται για να συντηρεί το επάγγελμα. Και η πολιτική πρέπει να θυμάται κάτι ακόμη: Η κοινωνική ευαισθησία δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Ούτε των πολιτικών ούτε των οργανώσεων ούτε κανενός επαγγελματικού χώρου.

Ανήκει στην κοινωνία. Και ακριβώς επειδή ανήκει στην κοινωνία, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να την καπηλεύεται. Γιατί στο τέλος η πραγματική φιλοζωία δεν θα κριθεί από το πόσα ζώα διαχειριστήκαμε. Θα κριθεί από το αν καταφέραμε να διαχειριστούμε πολύ λιγότερα. Αυτό σημαίνει λύση.