Η γεωστρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ και οι επιπτώσεις της κλιμάκωσης στη διεθνή ασφάλεια

Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Δημήτριος Σιώτης, Intelligence Analysis Expert, Επισκέπτης Καθηγητή Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Π.Μ.Σ. Διεθνείς Διαπραγματεύσεις

Η γεωστρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ και οι επιπτώσεις της κλιμάκωσης στη διεθνή ασφάλεια
ΑΠΕ ΜΠΕ

Η θαλάσσια δίοδος των Στενών του Ορμούζ συνιστά διαχρονικά ένα από τα κρισιμότερα γεωπολιτικά και οικονομικά σημεία συμφόρησης (chokepoints) της παγκόσμιας κοινότητας, καθώς από τη συγκεκριμένη λωρίδα διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου.

Στο πλαίσιο των πρόσφατων εξελίξεων, η συστηματική προσπάθεια της Τεχεράνης να επιβάλει de facto κυριαρχικούς όρους και να ελέγξει τους κανόνες της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στην περιοχή, ερμηνεύεται πλέον από τη διεθνή κοινότητα ως η χρήση ενός άτυπου «ασύμμετρου όπλου» μαζικής πίεσης. Αυτή η στρατηγική εργαλειοποίησης του διεθνούς εμπορίου αποσκοπεί στην αντιστάθμιση των συμβατικών στρατιωτικών μειονεκτημάτων του Ιράν, δημιουργώντας παράλληλα ένα μόνιμο καθεστώς ομηρίας για τις δυτικές οικονομίες και τις περιφερειακές δυνάμεις.

Η παρούσα κρίση αναδεικνύει τις δομικές αστοχίες και τους εσφαλμένους υπολογισμούς των δυτικών δυνάμεων, οι οποίες επί σειρά ετών υποτίμησαν την αποφασιστικότητα και την ικανότητα των ασύμμετρων δρώντων να επηρεάσουν το status quo. Η απάντηση των Ηνωμένων Πολιτειών και της διευρυμένης συμμαχίας τους, η οποία επικεντρώνεται στην ενίσχυση της ναυτικής παρουσίας και την εφαρμογή δογμάτων αποτροπής, δεν έχει επιφέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Αντίθετα, η στρατιωτικοποίηση της θαλάσσιας ζώνης τροφοδοτεί έναν φαύλο κύκλο αμοιβαίων αντιποίνων, ο οποίος αυξάνει εκθετικά την πιθανότητα ενός τακτικού σφάλματος ή ενός τυχαίου θερμού επεισοδίου που θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια γενικευμένη περιφερειακή σύρραξη.

Από διπλωματικής απόψεως, παρατηρείται μια πλήρης αποσάθρωση των πολυμερών διαύλων επικοινωνίας και των μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων. Η κατάρρευση των διαπραγματευτικών πλαισίων για το πυρηνικό πρόγραμμα και η υιοθέτηση μιας άκαμπτης ρητορικής από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη έχουν περιορίσει δραματικά τα περιθώρια εξεύρεσης μιας βιώσιμης πολιτικής λύσης. Η αδυναμία του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας να επιβληθεί αποτελεσματικά απέναντι σε αναθεωρητικές στρατηγικές καταδεικνύει το έλλειμμα ισχύος των διεθνών οργανισμών και επιτείνει το αίσθημα ανασφάλειας στις παγκόσμιες μεταφορές.

Οι μακροοικονομικές προεκτάσεις μιας ενδεχόμενης παρατεταμένης εμπλοκής ή ενός αποκλεισμού των Στενών είναι ικανές να προκαλέσουν ισχυρούς κλυδωνισμούς στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, με άμεση συνέπεια την κατακόρυφη άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου και τη συνακόλουθη έξαρση των πληθωριστικών πιέσεων. Επιπλέον, η αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής επηρεάζει άμεσα τις αλυσίδες εφοδιασμού και αυξάνει το κόστος ασφάλισης της ναυτιλίας, εξαναγκάζοντας τις διεθνείς ροές σε πολυδάπανες εναλλακτικές διαδρομές.

Συμπερασματικά, η διατήρηση της ασφάλειας στα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελεί πλέον ένα τοπικό ζήτημα, αλλά μια θεμελιώδη προϋπόθεση για τη σταθερότητα του παγκόσμιου οικονομικού και γεωστρατηγικού συστήματος.

Υπό το πρίσμα αυτό, η αδυναμία των εμπλεκόμενων πλευρών να καταλήξουν σε μια κοινά αποδεκτή ειρηνευτική φόρμουλα αποκτά βαθύτερες κοινωνιολογικές και ανθρωπιστικές προεκτάσεις, πέρα από τη στενή σφαίρα της γεωπολιτικής. Η προϊούσα κατάρρευση του διαλόγου αναδεικνύει μια γενικότερη κρίση αξιών στο σύγχρονο διεθνές στερέωμα, καθώς η αντικατάσταση της διπλωματικής οδού από την επίδειξη ισχύος υπονομεύει τα θεμέλια της παγκόσμιας συνύπαρξης. Δυστυχώς, διαφαίνεται ότι οι διαπραγματεύσεις δεν φέρνουν σταθερά αποτελέσματα και αυτό δυστυχώς είναι δείγμα εξασθένισης του πολιτισμού, οι διαπραγματεύσεις είναι πολιτισμός, είναι δημοκρατία και όταν υποχωρεί ο πολιτισμός κερδίζει έδαφος η σκληρότητα.