Η ανατριχίλα βλέποντας το «Υπάρχω»

Καθηλωτικό το "Υπάρχω". Μια ταινία που κανείς δεν μιλούσε, δεν κοιτούσε το κινητό του, δεν τον απασχολούσε το ποπ κορν του. Γράφει ο Δημήτρης Συρμάτσης

Η ανατριχίλα βλέποντας το «Υπάρχω»

Καθηλωτικό το “Υπάρχω”. Μια ταινία που κανείς δεν μιλούσε, δεν κοιτούσε το κινητό του, δεν τον απασχολούσε το ποπ κορν του.

Μόνο σιγοτραγουδούσες αυτές τις τεράστιες επιτυχίες που είπε αυτό το θείο λαρύγγι του Στέλιου Καζαντζίδη.

Για την ταινία έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά και από πολλούς. Από ειδικούς και μη. Οι Καζαντζιδολόγοι στέκονται στις πολλές λεπτομέρειες που είτε δεν απασχόλησαν την ταινία, είτε αναφέρθηκαν επιφανειακά, είτε καλωπίστηκαν. Οι κριτικοί στις ερμηνείες. Στο αν ήταν ή όχι κατάλληλος ο Μάστορας, η Ρένεση, η Βουλιώτη κλπ.

Το κοινό όμως δεν είχε καμία αγωνία για αυτά. Είτε ήξερε ελάχιστα, είτε ήξερε περισσότερα, ταξίδεψε με την φωνή του Καζαντζίδη στο μονοπάτι της ζωής του Στέλιου. Και αυτό ήταν κάτι που ξεχωρίζεις πολύ εύκολα στην ταινία. Εκεί που θες να ασχοληθείς με τον χαρακτήρα του, εκεί ακούγεται ένα από τα άσματα και απλά αφήνεσαι.

Ανήκω σε μια γενιά που δεν γεννήθηκε μέσα σε αυτά τα τραγούδια, αλλά όταν άρχιζε να τα γνωρίζει στην εφηβεία τα έκανε κτήμα της. Ήταν κομπασμός να τραγουδούσες το “αγριολούλουδο”, να χορεύεις ζεϊμπεκιά το “μερτικό”, να είσαι στο κουτούκι με ένα ποτήρι ρετσίνα και να δίνεις πόνο με το “ότι αγαπάω εγώ πεθαίνει”. Ντουέτο μαζί με τα πρώτα χνούδια για μουστάκι. Ακόμα τότε, τα κουτούκια όπως στην Μοδιάνο, ήταν η μυσταγωγία για να περάσεις από τον κόσμο του παιδιού, σε αυτόν του πρώιμου αντρικού πληθυσμού. Σε αυτόν που η λέξη και έννοια «καψούρα» έμπαινε για τα καλά στη ζωή σου.

Όποτε η ανατριχίλα όταν ακούς dolby surround αυτές τις τραγουδάρες μοιάζει με ηλεκτρικό ρεύμα που σε διαπερνάει. Δεν ξέρω αν το ίδιο συναίσθημα έχουν οι νέες γενιές αλλά σίγουρα η ταινία είναι διδακτική όσον αφορά μια ποιότητα τραγουδιού που δυστυχώς στις μέρες μας δεν υπάρχει.

Ίσως τα νέα παιδιά να επηρεαστούν περισσότερο από τον χαρακτήρα του Καζαντζίδη. Σίγουρα δεν θα ήταν political correct στις μέρες μας, είναι δεδομένο όμως πως 6-7 δεκαετίες πίσω μας, μιλούσαμε για μια άλλη Ελλάδα, με διαφορετική οικογενειακή κουλτούρα. Μια καθαρά πατριαρχική κοινωνία. Ίσως λοιπόν τα νέα παιδιά να μην δώσουν τόση αξία στην σημασία των τραγουδιών αλλά και των στίχων τους. Γιατί το κοινωνικό αποτύπωμα του λαϊκού τραγουδιού ήταν ο στίχος. Που εξέφραζε το λαϊκό συναίσθημα και τα βιώματα των ανθρώπων. Αυτό η ταινία το απέδωσε όσο καλύτερα μπορούσε. Ίσως όχι στο μέγιστο βαθμό, αλλά σε έναν πολύ μεγάλο.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης ήταν ένας και μοναδικός. Είναι αυτό που λέμε “έσπασε το καλούπι”. Ίσως κανένας παραγωγός στον κόσμο, κανένας σεναριογράφος ή σκηνοθέτης θα μπορούσε να αποδώσει στο 100% τον άνθρωπο και τον τραγουδιστή μαζί. Δύσκολο κράμα.

Υγ. Στην δική μας πρωτοχρονιάτικη αίθουσα δεν υπήρξε χειροκρότημα στο τέλος. Αλλά κανείς δεν σηκώθηκε μέχρι να τελειώσει το “Υπάρχω”, το τραγούδι του φινάλε της ταινίας. Αυτά τα δύο είναι τα κοινά χαρακτηριστικά των αντιδράσεων του κοινού που διαβάζεις σε όλους τους τοίχους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης όσων πήγαν να την δουν.