Δήμαρχος Θεσσαλονίκης μέσω Αθήνας
Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο δικηγόρος Μιχάλης Μήττας, υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με την «Ομάδα για τη Θεσσαλονίκη» του Στέλιου Αγγελούδη.
Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο δικηγόρος Μιχάλης Μήττας, υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με την «Ομάδα για τη Θεσσαλονίκη» του Στέλιου Αγγελούδη.
Το χρίσμα δεν είναι παρά μια πανηγυρικά διατυπωμένη συναλλαγή σε δύο επίπεδα. Το κόμμα ποντάρει σε έναν υποψήφιο δήμαρχο που προσδοκά ότι θα του δώσει την πολιτική επιτυχία μιας νίκης σε έναν σημαντικό δήμο και ο υποψήφιος αναμένει την κινητοποίηση υπέρ του ενός κομματικού στρατού. Πιο πίσω όμως βρίσκεται και η προσδοκία, αμφοτέρων των μερών, μιας μετέπειτα προνομιακής σχέσης. Ο νέος δήμαρχος δεν θα είναι επικριτικός προς την κυβέρνηση (ή έστω το κόμμα), η οποία, αντίστροφα, θα αντιμετωπίζει ευνοϊκά τυχόν αιτήματά του.
Παλαιότερα, τα κόμματα έμπαιναν στον κόπο να αναζητήσουν και επιχειρήματα για τις επιλογές τους. Ιδίως δημοκρατικά. Όργανα συγκαλούνταν, συνεδριάσεις πραγματοποιούνταν και τελικά η ηγεσία επικύρωνε τις αποφάσεις τους. Σήμερα, δεν υπάρχει καν αυτό. Όσα χρίσματα δόθηκαν στον Δήμο Θεσσαλονίκης, δόθηκαν μέσα από ένα πλέγμα ιδιωτικών και αδιαφανών συναντήσεων, πιέσεων και διαπραγματεύσεων, χωρίς πολιτικά χαρακτηριστικά.
Ο ΣΥΡΙΖΑ λίγες μόλις εβδομάδες πριν το κλείσιμο των ψηφοδελτίων και ενώ ένα δικό του στέλεχος είχε ανακοινώσει υποψηφιότητα, τελικώς δήλωσε “στήριξη” σε πρώην στέλεχος του Ποταμιού, ενός κόμματος με το οποίο ανέκαθεν χωρίζονταν από ιδεολογική και πολιτική άβυσσο. Η Νέα Δημοκρατία δια του αρχηγού της ανέκρουσε πρύμναν. Για τον Πρωθυπουργό, τα αυτοδιοικητικά χρίσματα είναι αναγκαία το 2023, ενώ ο απερχόμενος δήμαρχος, που δεν έχει και τίποτα να παρουσιάσει, πέταξε στον κάλαθο το “ανεξάρτητο” προσωπείο ελπίζοντας ότι δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο από τη ΝΔ του 41%. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις τα τοπικά στελέχη, που κατά πλειοψηφία διαφωνούσαν, δεν εισακούστηκαν, ούτε βέβαια η άποψη της τοπικής μας κοινωνίας. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, τα χρίσματα είναι εξ αυτού του λόγου, “κουτσουρεμένα”.
Με πάσα ειλικρίνεια, δεν θεωρώ την ύπαρξη κομματικών χρισμάτων στις αυτοδιοικητικές εκλογές, εκ προοιμίου λάθος. Προφανώς, η αυτοδιοίκηση έχει ιδιαίτερο πλαίσιο λειτουργίας και προβλήματα να αντιμετωπίσει, που πρέπει να υπερβαίνουν τις κομματικές γραμμές. Ωστόσο, η συσχέτιση με έναν κομματικό φορέα και όσα αυτός εκπροσωπεί παρέχει, υπό προϋποθέσεις, ένα υπόβαθρο το οποίο καθοδηγεί της προτεραιότητες και προδιαθέτει ως προς τις λύσεις. Άλλωστε και η Πρωτοβουλία του Μπουτάρη, της οποίας τον αυτοδιοικητικό και ανεξάρτητο χαρακτήρα ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει, είχε λάβει την κομματική στήριξη του τότε κραταιού ΠΑΣΟΚ. Είχε όμως προηγηθεί η κινητικότητα πολλών εκ των τοπικών στελεχών τόσο αυτού, όσο και των άλλων πολιτικών φορέων που τον στήριξαν, αλλά και η διαμόρφωση μιας σαφούς ατζέντας.
Σε αντίθεση όμως με τότε, οι στηρίξεις φέτος ήρθαν μετά από επίμονη προσπάθεια, σχεδόν παρακάλια, των δύο επικεφαλής, χωρίς μάλιστα συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο αλλά και μέσω… Αθήνας. Όχι μόνο οι δύο αυτοί υποψήφιοι μέχρι πρότινος αρνούταν κάθε συσχέτιση με τον κομματικό φορέα που τώρα τους υποστηρίζει, αλλά και τα ίδια τα τοπικά στελέχη των συγκεκριμένων κομμάτων διαφωνούν ως προς την στήριξή τους. Χαρακτηριστικότερο ίσως όλων είναι ότι ούτε ο συνδυασμός της Νέας Δημοκρατίας του 2019 “Θεσσαλονίκη Υπεύθυνα” ούτε οι συνδυασμοί “Ανοιχτή Πόλη” και “Κίνηση 2310” του ΣΥΡΙΖΑ προσχώρησαν στις ομάδες των δύο αυτών υποψηφίων δημάρχων. Μάλιστα, οι πρόσφατες εξελίξεις με την άσκηση ποικίλλων πιέσεων από το κυβερνόν κόμμα σε όσα τοπικά στελέχη του λοξοκοιτούσαν, που οδήγησαν σε απόσυρση της υποψηφιότητας Ορφανού, επιβεβαιώνουν τα παραπάνω. Είναι τελικά σαφές ότι τα συγκεκριμένα χρίσματα δεν είναι τίποτα περισσότερο από συμφωνίες εκλογικής στρατηγικής.
Και αυτό είναι το πρόβλημα. Οι συμφωνίες αυτές δεν υποθηκεύουν απλώς την πολιτική τοποθέτηση του υποψηφίου υπέρ του αντίστοιχου κόμματος. Υποθηκεύουν, πολύ περισσότερο, την ίδια την πόλη, σε περίπτωση που κερδίσουν. Την υποθηκεύουν μέσω μιας ασύνδετης, πολιτικά και διαπροσωπικά, δημοτικής ομαδας με την οποία θα επιχειρήσουν να διοικήσουν. Την υποθηκεύουν και μέσω της εξάρτησης τους από τις πολιτικές ισορροπίες της Αθήνας, από την οποία θα έπρεπε να διεκδικούν, επιθετικά συχνά, περισσότερα για την πόλη. Ευτυχώς όμως για εμάς (δυστυχώς για τους ίδιους) η Θεσσαλονίκη έχει “αλλεργία” στις κομματικές γραμμές και θυμό για την πραγματικότητά της.