Πριν την κορυφή: Το Χρηματιστήριο Αθήνας φλερτάρει με τις 2.000 μονάδες, αλλά δεν τις περνά

Η χαμηλή συναλλακτική δραστηριότητα των τελευταίων ημερών επιβεβαιώνει ότι η αγορά βρίσκεται σε φάση «ξεκαθαρίσματος θέσεων», χωρίς όμως να δείχνει διάθεση φυγής.

Πριν την κορυφή: Το Χρηματιστήριο Αθήνας φλερτάρει με τις 2.000 μονάδες, αλλά δεν τις περνά
ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ/EUROKINISSI

Η χαμηλή συναλλακτική δραστηριότητα των τελευταίων ημερών επιβεβαιώνει ότι η αγορά βρίσκεται σε φάση «ξεκαθαρίσματος θέσεων», χωρίς όμως να δείχνει διάθεση φυγής.

Η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά φαίνεται να έχει κολλήσει λίγο πριν τη διάσπαση του ψυχολογικού φράγματος των 2.000 μονάδων. Μετά από μήνες ανόδου και σταθερής ενίσχυσης των αποτιμήσεων, ο γενικός δείκτης κινείται γύρω από τις 1.960–1.970 μονάδες, με εμφανή αδυναμία να κάνει το καθοριστικό βήμα προς την πολυπόθητη υπέρβαση. Η εικόνα αυτή δεν οφείλεται σε κάποια καθοδική πίεση, αλλά μάλλον σε ένα είδος παύσης: στάση αναμονής των επενδυτών, που φαίνεται να περιμένουν ισχυρότερο σήμα είτε από το εσωτερικό μέτωπο είτε από τις διεθνείς αγορές για να τοποθετηθούν επιθετικά.

Το επενδυτικό ενδιαφέρον είναι υπαρκτό αλλά επιλεκτικό, με κυκλικούς κλάδους όπως οι τράπεζες και η ενέργεια να παρουσιάζουν διαφοροποιημένη δυναμική: η μεν πρώτη έχει ήδη τιμολογήσει σημαντικό μέρος των θετικών της προσδοκιών, η δε δεύτερη επηρεάζεται από τη διεθνή μεταβλητότητα στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η χαμηλή συναλλακτική δραστηριότητα των τελευταίων ημερών επιβεβαιώνει ότι η αγορά βρίσκεται σε φάση «ξεκαθαρίσματος θέσεων», χωρίς όμως να δείχνει διάθεση φυγής. Αυτό αποτυπώνεται και στους τεχνικούς δείκτες, με τον FTSE 25 και τον τραπεζικό δείκτη να κινούνται εντός στενού εύρους.

Η ανοδική πορεία των τελευταίων τριών μηνών έχει στηριχθεί κυρίως στα θεμελιώδη των εισηγμένων — αυξημένα κέρδη, περιορισμένη έκθεση σε γεωπολιτικούς κινδύνους και επενδυτική αναβάθμιση της χώρας από διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Όμως, αυτή η δυναμική φαίνεται να έχει προσωρινά εξαντληθεί χωρίς νέα «καύσιμα»: οι θεσμικοί επενδυτές αναμένουν πλέον τις ανακοινώσεις εξαμήνου για να επαναξιολογήσουν τις θέσεις τους, την ώρα που οι μικροεπενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί εν μέσω αβεβαιότητας στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ημερήσιες συναλλαγές έχουν υποχωρήσει κατά 15% σε σχέση με τον Ιούνιο, ενώ και οι εισροές από ξένα funds παρουσιάζουν παύση.

Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι αν η ελληνική αγορά θα κατορθώσει να υπερβεί τις 2.000 μονάδες με οργανικούς όρους ή αν πρόκειται για έναν «τοίχο» που θα χρειαστεί εξωτερική ώθηση για να διασπαστεί. Το αποτέλεσμα των stress tests των τραπεζών, η πορεία των επιτοκίων στην Ευρωζώνη και φυσικά οι πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ (με αιχμή τους δασμούς Τραμπ) ενδέχεται να λειτουργήσουν ως καταλύτες. Μέχρι τότε, η Αθήνα κρατά στάση αναμονής, με τα βλέμματα στραμμένα τόσο στα μηχανικά όρια των δεικτών όσο και στις λεπτές ισορροπίες μεταξύ κέρδους και ρίσκου.

Η ανοδική πορεία των τελευταίων τριών μηνών έχει στηριχθεί κυρίως στα θεμελιώδη των εισηγμένων αυξημένα κέρδη, περιορισμένη έκθεση σε γεωπολιτικούς κινδύνους, γενναιόδωρες μερισματικές αποδόσεις (με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις ΔΕΗ, Motor Oil και ΟΠΑΠ που κινήθηκαν μεταξύ 5%–9%) και την επενδυτική αναβάθμιση της χώρας από διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Ιδιαίτερα τα μερίσματα έχουν λειτουργήσει σταθεροποιητικά, προσφέροντας απόδοση και αίσθηση εμπιστοσύνης σε ένα περιβάλλον μεταβλητότητας. Ωστόσο, ειδικά στην περίπτωση των τραπεζών, που αποτελούν βαρίδι αλλά και μοχλό του δείκτη η συζήτηση παραμένει ανοικτή: η σημαντική συμμετοχή του αναβαλλόμενου φόρου στα δηλωμένα ίδια κεφάλαια δημιουργεί ερωτήματα για τη «λογιστική καθαρότητα» των αποτελεσμάτων. Παράλληλα, η σκιά της φούσκας του 1999 εξακολουθεί να λειτουργεί ως υποδόριο ανάχωμα στον γενικευμένο ενθουσιασμό, υπενθυμίζοντας ότι οι αγορές συχνά ανεβαίνουν πιο εύκολα από ό,τι προσγειώνονται. Στο σημερινό περιβάλλον, η ωριμότητα δεν είναι επιλογή είναι όρος επιβίωσης.