Πληθωρισμός-κλειδί στην ευρωζώνη: Σε αναμονή των αποφάσεων της ΕΚΤ, πτωτικά τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια
Με αρνητικό πρόσημο ξεκίνησαν την εβδομάδα τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια
Με αρνητικό πρόσημο ξεκίνησαν την εβδομάδα τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, σε ένα κλίμα επιφυλακτικότητας ενόψει των κρίσιμων αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τα επιτόκια και με φόντο τις νέες εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη.
Ο πανευρωπαϊκός δείκτης STOXX 600 καταγράφει απώλειες 0,27%, ενώ ο CAC 40 του Παρισιού υποχωρεί κατά 0,3%. Στη Φρανκφούρτη, ο DAX κινείται με οριακές μεταβολές. Παράλληλα, πτωτική είναι η πορεία και στα futures της Wall Street, έπειτα από μία συνεδρίαση με θετικό πρόσημο τη Δευτέρα, την οποία ωστόσο σκίασαν οι εμπορικές εντάσεις ΗΠΑ-Κίνας.
Τα νέα στοιχεία για τον πληθωρισμό ενισχύουν τις εκτιμήσεις για μια πιο ήπια νομισματική πολιτική από την ΕΚΤ. Συγκεκριμένα, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη υποχώρησε στο 1,9% τον Μάιο, χαμηλότερα από τις προβλέψεις των αναλυτών και κάτω από τον στόχο του 2% που θέτει η ΕΚΤ. Η αποκλιμάκωση αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μείωση του πληθωρισμού στις υπηρεσίες, από 4% τον Απρίλιο σε 3,2% τον Μάιο, προσφέροντας ουσιαστικό περιθώριο για μείωση των επιτοκίων.
Την ίδια στιγμή, οι εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ για την ανάπτυξη στην ευρωζώνη παραμένουν συγκρατημένες. Το μακροοικονομικό τοπίο χαρακτηρίζεται από χαμηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης και συνεχιζόμενες πιέσεις στο διεθνές εμπόριο, ιδίως μετά την αναζωπύρωση των εμπορικών τριβών μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΚΤ καλείται να σταθμίσει την υποχώρηση των πληθωριστικών πιέσεων και τις ανάγκες της ευρωπαϊκής οικονομίας, η οποία δείχνει να επιβραδύνεται. Το ενδεχόμενο μιας μείωσης των βασικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης θεωρείται πλέον το επικρατέστερο σενάριο.
Οι αγορές συνεχίζουν να κινούνται υπό το βάρος της αβεβαιότητας, με τη μεταβλητότητα να παραμένει υψηλή όσο πλησιάζει η συνεδρίαση της ΕΚΤ. Ο οικονομικός ορίζοντας της ευρωζώνης φαίνεται να εξαρτάται άμεσα από την εξέλιξη των επιτοκίων, τον έλεγχο του πληθωρισμού και τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας σε ένα ρευστό παγκόσμιο περιβάλλον.