MONEY & MARKET, ΘΕΜΑ THEOPINION
Ο Αγροτικός Τομέας στην Ελλάδα: Μια Στρατηγική Ευκαιρία σε Κρίσιμη Καμπή
Παρά τις μακροχρόνιες αδυναμίες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει, διατηρεί ισχυρή γεωστρατηγική και οικονομική σημασία
Ο αγροτικός τομέας στην Ελλάδα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της οικονομίας, τόσο για τη διασφάλιση της επισιτιστικής επάρκειας όσο και για τη διασύνδεσή του με τη μεταποίηση, το εμπόριο και τον τουρισμό.
Παρά τις μακροχρόνιες αδυναμίες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει, διατηρεί ισχυρή γεωστρατηγική και οικονομική σημασία, ενώ εμφανίζει θετικές ενδείξεις εξωστρέφειας και ανταγωνιστικότητας.
Σύμφωνα με την έρευνα του οργανισμού ΔιάΝΕΟσις, η συνολική αξία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής το 2023 ανήλθε σε περίπου 12,9 δισεκατομμύρια ευρώ, καταγράφοντας μείωση της τάξης του 3% σε σχέση με το 2022.
Ωστόσο, σε πραγματικούς όρους, η πτώση ήταν δραστική και έφτασε το 16,1%, γεγονός που αποδίδεται εν μέρει στις επιπτώσεις της κακοκαιρίας Daniel που έπληξε κυρίως τη Θεσσαλία. Την ίδια χρονιά, η παραγωγή ελαιολάδου μειώθηκε κατά 32,1%, των φρούτων κατά 29,1% και των βιομηχανικών καλλιεργειών κατά 25,9%. Η πραγματική αξία της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα εμφανίζει αρνητική πορεία εδώ και τρεις δεκαετίες, με μέσο ετήσιο ρυθμό συρρίκνωσης της τάξης του 0,3%, ποσοστό που διπλασιάζεται αν συμπεριληφθεί και το 2023.
Παρά τις παραπάνω εξελίξεις, οι εξαγωγές του τομέα παρουσιάζουν εντυπωσιακή δυναμική. Το 2023, οι εξαγωγές τροφίμων, ποτών και ειδών καπνού ξεπέρασαν τα 8,8 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Από το 2012, το εμπορικό ισοζύγιο του αγροτικού τομέα είναι διαρκώς θετικό, γεγονός που αποτυπώνει την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το 36,5% των εξαγωγών της κατηγορίας αφορά φρούτα και λαχανικά, ενώ σημαντικά μερίδια έχουν και τα γαλακτοκομικά, τα δημητριακά, τα θαλασσινά και ο καπνός.
Η συμβολή του αγροτικού τομέα στο ΑΕΠ αποτυπώνεται μέσω της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ), η οποία το 2023 αυξήθηκε κατά 1,9% σε τρέχουσες τιμές, παρότι η συνολική αξία παραγωγής μειώθηκε.
Ωστόσο, σε σταθερές τιμές, η πραγματική ΑΠΑ μειώθηκε κατά περισσότερο από 25%, αγγίζοντας το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριάντα ετών. Το ποσοστό συμμετοχής του αγροτικού τομέα στη συνολική ΑΠΑ της χώρας παραμένει στο 3,6%, ενώ αντιπροσωπεύει περίπου το 75% της συνολικής ΑΠΑ του πρωτογενούς τομέα.
Σημαντικό είναι επίσης το ποσοστό της απασχόλησης που συγκεντρώνει ο τομέας. Το 2023, περισσότεροι από 461.000 άνθρωποι εργάζονταν στον αγροτικό τομέα σε όρους ετήσιας ισοδύναμης απασχόλησης, αντιπροσωπεύοντας το 11% της συνολικής απασχόλησης της ελληνικής οικονομίας. Το ποσοστό αυτό είναι υπερτριπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ (3,3%), χωρίς αυτό να αντικατοπτρίζει υψηλότερη παραγωγικότητα, αφού η Ελλάδα παρουσιάζει πολύ χαμηλότερα επίπεδα ΑΠΑ και αξίας παραγωγής ανά εργαζόμενο συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι αιτίες της υστέρησης είναι πολλαπλές και διαρθρωτικές. Πρώτο και κύριο πρόβλημα παραμένει το μέγεθος και ο κατακερματισμός των εκμεταλλεύσεων. Το 74,1% των ελληνικών αγροτικών μονάδων έχει έκταση μικρότερη από 5 εκτάρια, ενώ η μέση έκταση ανά εκμετάλλευση στην Ελλάδα είναι μόλις 5,3 εκτάρια, έναντι 17,1 στην ΕΕ. Ο κατακερματισμός εμποδίζει την επίτευξη οικονομιών κλίμακας, την τεχνολογική ανανέωση και την αύξηση της παραγωγικότητας.
Επιπλέον, το αγροτικό εργατικό δυναμικό γηράσκει με ταχείς ρυθμούς. Οι νέοι κάτω των 35 ετών εκπροσωπούν μόλις το 6% των διαχειριστών αγροτικών μονάδων, ενώ το 60% είναι άνω των 55 ετών. Παράλληλα, μόνο το 8,3% έχει λάβει γεωργική εκπαίδευση, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι επενδύσεις φυσικού κεφαλαίου επίσης υστερούν. Η επενδυτική ένταση ανά εκτάριο στην Ελλάδα είναι πολύ μικρότερη συγκριτικά με την ΕΕ, ενώ οι δαπάνες για αγροτικό εξοπλισμό και υποδομές παραμένου χαμηλές και σταθερές διαχρονικά.
Ανασταλτικός παράγοντας είναι και το αυξημένο κόστος παραγωγής.
Την περίοδο 2019-2023, οι τιμές σε εισροές όπως καύσιμα, ζωοτροφές και ενέργεια αυξήθηκαν ραγδαία. Παράλληλα, η κλιματική κρίση επηρεάζει ήδη τη γεωργική δραστηριότητα, με ολοένα και πιο συχνά φαινόμενα πλημμυρών, ξηρασίας και απώλειας παραγωγής.
Οι ελλείψεις σε σύγχρονες υποδομές διαχείρισης υδάτων επιτείνουν το πρόβλημα.
Παρά τις προκλήσεις, ο ελληνικός αγροτικός τομέας παραμένει στρατηγικής σημασίας για την ανάπτυξη της χώρας. Η διασύνδεσή του με τη μεταποίηση και τον τουρισμό δημιουργεί ισχυρές προοπτικές. Η ενίσχυση των επενδύσεων, η υιοθέτηση σύγχρονων τεχνολογιών, η στήριξη των νέων αγροτών και η αξιοποίηση των πόρων της νέας ΚΑΠ και του Ταμείου
Ανάκαμψης μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, περισσότερο βιώσιμο, εξωστρεφές και ανταγωνιστικό.