Λιγότερα δέματα από την Κίνα, αλλά όχι απαραίτητα λιγότερες αγορές (ΦΩΤΟ)
Η επιβάρυνση των 3 ευρώ περιορίζει τον αριθμό των μικροδεμάτων, όμως η κινεζική παρουσία στο ευρωπαϊκό e-commerce παραμένει ισχυρή
Η επιβολή του νέου τέλους των 3 ευρώ στα μικροδέματα από τρίτες χώρες και την Κίνα φαίνεται πως έχει ήδη αλλάξει σε έναν βαθμό τον τρόπο με τον οποίο φτάνουν τα κινεζικά προϊόντα στους Ευρωπαίους καταναλωτές.
Τα πρώτα στοιχεία που παρουσιάζει ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ δείχνουν ότι οι αποστολές από την Κίνα μειώθηκαν περίπου κατά 17% μετά την έναρξη εφαρμογής του μέτρου την 1η Ιουλίου, την ίδια στιγμή όμως η μέση αξία των δεμάτων αυξήθηκε σημαντικά.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα ενδιαφέρον παράδοξο για το ευρωπαϊκό ηλεκτρονικό εμπόριο. Το γεγονός ότι φτάνουν λιγότερα μικροδέματα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μειώθηκε αντίστοιχα και η αξία των κινεζικών προϊόντων που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Αντίθετα, η αύξηση της μέσης αξίας κάθε αποστολής μπορεί να περιορίζει σημαντικά την επίδραση του νέου τέλους.
Το μέτρο εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026 και αφορά προϊόντα χαμηλής αξίας που εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω ηλεκτρονικού εμπορίου. Η παρέμβαση της ΕΕ ήρθε σε μια αγορά που έχει γνωρίσει εκρηκτική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, μόνο μέσα στο 2025 εισήλθαν στην ευρωπαϊκή αγορά περίπου 5,9 δισεκατομμύρια μικρά δέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ, με περίπου το 93% να προέρχεται από την Κίνα.
Το μέγεθος του φαινομένου εξηγεί και την προσπάθεια των ευρωπαϊκών αρχών να αλλάξουν τους όρους του παιχνιδιού. Ο αριθμός των μικρών αποστολών προς την ΕΕ-27 είχε ήδη διπλασιαστεί έως το 2025 σε σύγκριση με το 2022, δημιουργώντας νέες πιέσεις για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που καλούνται να ανταγωνιστούν πλατφόρμες με διαφορετικά μοντέλα παραγωγής, αποθήκευσης και διανομής.
Το τέλος των 3 ευρώ, πάντως, δεν υπολογίζεται απαραίτητα μία φορά για κάθε φυσικό δέμα. Η επιβάρυνση συνδέεται με τις διαφορετικές δασμολογικές κατηγορίες των προϊόντων που περιλαμβάνονται σε μια αποστολή. Έτσι, ένα δέμα με προϊόντα που ανήκουν σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες μπορεί να επιβαρυνθεί συνολικά με 9 ευρώ. Το συγκεκριμένο προσωρινό καθεστώς προβλέπεται να παραμείνει σε ισχύ έως την 1η Ιουλίου 2028, όταν αναμένεται η μετάβαση στο νέο ευρωπαϊκό τελωνειακό σύστημα.
Στην Ελλάδα, η εφαρμογή του μέτρου έχει ενσωματωθεί στο τελωνειακό σύστημα, με την ΑΑΔΕ να έχει καθορίσει τη διαδικασία είσπραξης του ειδικού δασμού μέσω των σχετικών διασαφήσεων. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί παράλληλα τη δυνατότητα για πιο συστηματική καταγραφή της συμπεριφοράς των εισαγωγών χαμηλής αξίας και για σύγκριση των δεδομένων πριν και μετά την αλλαγή του καθεστώτος.
Το πρώτο στοιχείο που έχει τραβήξει την προσοχή είναι ο αριθμός των αποστολών. Τα πρώτα δεδομένα από τον Ιούλιο δείχνουν μείωση του όγκου σε ένα εύρος περίπου 14% έως 18%, με την κεντρική εκτίμηση να διαμορφώνεται γύρω στο 17%. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να σημαίνει ότι το πρόσθετο κόστος λειτουργεί αποτρεπτικά για ένα μέρος των πολύ μικρών αγορών.
Την ίδια ώρα, όμως, η μέση αξία των δεμάτων κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Βασίλης Κορκίδης, η μέση αξία, η οποία βρισκόταν στα 8,82 ευρώ ανά δέμα, αυξήθηκε σταδιακά και έφτασε περίπου στα 11,47 ευρώ, καταγράφοντας άνοδο της τάξης του 20% έως 30%.
Πώς ο δασμός των 3€ στα δέματα από τις κινεζικές πλατφόρμες γυρνάει…μπούμερανγκ
Η μεταβολή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ένα σταθερό κόστος 3 ευρώ επηρεάζει πολύ περισσότερο μια αγορά προϊόντος αξίας 10 ευρώ από μια αγορά προϊόντος αξίας 100 ευρώ. Στην πρώτη περίπτωση, η επιβάρυνση αντιστοιχεί σε σημαντικό ποσοστό της αξίας της αγοράς, ενώ στη δεύτερη η επίδρασή της είναι σαφώς μικρότερη. Αυτό μπορεί να δημιουργεί κίνητρο στους καταναλωτές να συγκεντρώνουν περισσότερες αγορές σε μία αποστολή ή να επιλέγουν προϊόντα υψηλότερης αξίας.
Με αυτόν τον τρόπο, το μέτρο μπορεί να μειώνει τον αριθμό των δεμάτων χωρίς να μειώνει αντίστοιχα τη συνολική αξία των εισαγωγών. Αν, για παράδειγμα, ο όγκος των αποστολών μειωθεί κατά 15%, αλλά η μέση αξία τους αυξηθεί κατά 20%, η συνολική αξία των εμπορευμάτων που εισέρχονται στην αγορά μπορεί να παραμείνει περίπου στα ίδια επίπεδα ή ακόμη και να αυξηθεί.
Επομένως, η εικόνα του αριθμού των δεμάτων από μόνη της δεν αρκεί για να αποτιμηθεί η αποτελεσματικότητα του μέτρου. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν μειώνεται η συνολική οικονομική αξία των κινεζικών προϊόντων που καταλήγουν στους Ευρωπαίους καταναλωτές ή αν απλώς αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιούνται οι ίδιες αγορές.
Υπάρχει, μάλιστα, ένας ακόμη παράγοντας που μπορεί να αλλάξει σημαντικά την εικόνα: η μεταφορά των αποθεμάτων μέσα στην ίδια την Ευρώπη. Οι μεγάλες ασιατικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου έχουν τη δυνατότητα να εισάγουν μεγαλύτερες ποσότητες προϊόντων χονδρικά και να τα αποθηκεύουν σε ευρωπαϊκές αποθήκες. Από εκεί μπορούν να διανέμονται στους καταναλωτές ως εγχώριες ή ενδοευρωπαϊκές αποστολές.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η μείωση των απευθείας μικροδεμάτων από την Κίνα δεν θα σήμαινε απαραίτητα περιορισμό της κινεζικής παρουσίας στην ευρωπαϊκή αγορά. Θα μπορούσε απλώς να σημαίνει ότι το σημείο στο οποίο πραγματοποιείται ο τελωνισμός και η αποθήκευση των προϊόντων έχει μετακινηθεί από την Κίνα σε ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις.
Για τον λόγο αυτό, η παρακολούθηση της αγοράς θα πρέπει να βασιστεί σε περισσότερους από έναν δείκτες. Εκτός από τον αριθμό των απευθείας αποστολών και τη μέση δηλωθείσα αξία, ιδιαίτερη σημασία έχουν η συνολική αξία των εισαγωγών κινεζικών καταναλωτικών προϊόντων, τα έσοδα από το νέο τέλος, ο αριθμός των διαφορετικών δασμολογικών κατηγοριών ανά αποστολή και η εξέλιξη των αποθεμάτων που διατηρούν κινεζικές πλατφόρμες σε ευρωπαϊκές αποθήκες.
Για το ελληνικό λιανεμπόριο, η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο αν οι καταναλωτές θα παραγγέλνουν λιγότερα προϊόντα από κινεζικές πλατφόρμες, αλλά αν ένα μέρος της ζήτησης θα επιστρέψει στις ελληνικές και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Αυτό θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πόσο γρήγορα θα προσαρμοστούν οι πλατφόρμες στις νέες συνθήκες και από το αν το επιπλέον κόστος θα επηρεάσει πραγματικά τις τελικές αποφάσεις των καταναλωτών.
Τα πρώτα στοιχεία του Ιουλίου δίνουν μια πρώτη ένδειξη, όχι όμως ακόμη οριστική απάντηση. Η μείωση του όγκου κατά περίπου 17%, σε συνδυασμό με την άνοδο της μέσης αξίας κατά τουλάχιστον 20%, δείχνει ότι η κινεζική διείσδυση δεν υποχωρεί κατ’ ανάγκη στον ίδιο βαθμό με τον αριθμό των δεμάτων. Η πραγματική εικόνα θα γίνει σαφέστερη τους επόμενους μήνες και ιδιαίτερα όταν θα υπάρχει διαθέσιμη μια πλήρης σύγκριση του δεύτερου εξαμήνου του 2026 με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Το μεγάλο στοίχημα, επομένως, δεν είναι πόσα λιγότερα δέματα θα φτάνουν από την Κίνα, αλλά πόση αξία θα συνεχίσει να εισέρχεται στην ευρωπαϊκή αγορά. Αν η αγορά προσαρμοστεί με μεγαλύτερες παραγγελίες και περισσότερα προϊόντα να μεταφέρονται σε ευρωπαϊκές αποθήκες, το νέο τέλος μπορεί να έχει περιορίσει τον όγκο των αποστολών χωρίς να έχει περιορίσει ουσιαστικά την παρουσία των κινεζικών προϊόντων. Και αυτή είναι η παράμετρος που θα κρίνει τελικά αν η νέα πολιτική της ΕΕ αλλάζει πραγματικά τους όρους του ανταγωνισμού ή απλώς οδηγεί το ηλεκτρονικό εμπόριο σε ένα διαφορετικό μοντέλο διακίνησης.