Κριστίν Λαγκάρντ: Η αποχώρηση από την ΕΚΤ και τα σενάρια για την επόμενη μέρα
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Κριστίν Λαγκάρντ, θα αποχωρήσει από τη θέση της στις 7 Φεβρουαρίου 2027, σχεδόν εννέα μήνες πριν από την ολοκλήρωση της θητείας της, η οποία έληγε κανονικά στα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Την απόφασή της ανακοίνωσε η ΕΚΤ, ενώ η διαδικασία για την επιλογή του διαδόχου της ξεκινά άμεσα.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η Λαγκάρντ ενημέρωσε τόσο το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ όσο και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, για την πρόθεσή της να αποχωρήσει τον Φεβρουάριο. Ο διάδοχός της θα επιλεγεί με βάση τη διαδικασία που προβλέπουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες. Αρχικά, οι χώρες της ευρωζώνης θα συμφωνήσουν σε έναν υποψήφιο, ο οποίος θα προταθεί στους ηγέτες τους για την τελική απόφαση στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σε σύνθεση ευρωζώνης.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, ανακοίνωσε μέσω της πλατφόρμας Χ ότι η διαδικασία διορισμού του νέου επικεφαλής ξεκινά άμεσα, με στόχο να ολοκληρωθεί χωρίς καθυστερήσεις και να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση στην ηγεσία της ΕΚΤ. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, εξήρε το έργο της απερχόμενης προέδρου, επισημαίνοντας ότι η θητεία της συνέβαλε στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα. Όπως ανέφερε, το Eurogroup θα κινηθεί γρήγορα για να προετοιμάσει τη σχετική σύσταση προς τους Ευρωπαίους ηγέτες.
Ο ρόλος του Μακρόν και οι γαλλικές εκλογές
Η πρόωρη αποχώρηση της Λαγκάρντ αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία ενόψει των γαλλικών προεδρικών εκλογών της άνοιξης του 2027. Η εξέλιξη δίνει στον Γάλλο πρόεδρο, Εμανουέλ Μακρόν, τη δυνατότητα να συμμετάσχει στις διεργασίες για την επιλογή του νέου επικεφαλής της ΕΚΤ πριν από την εκλογική αναμέτρηση.
Οι δημοσκοπήσεις, σύμφωνα με το δημοσίευμα του Γαλλικού Πρακτορείου, εμφανίζουν τη Μαρίν Λεπέν ως μία από τις επικρατέστερες υποψήφιες για την προεδρία της Γαλλίας, γεγονός που προσδίδει πρόσθετο βάρος στον χρόνο της διαδοχής.
Η πρόωρη αποχώρηση της Κριστίν Λαγκάρντ είχε συζητηθεί ήδη από τον Φεβρουάριο του 2026, όταν οι Financial Times ανέφεραν ότι σχεδίαζε να αποχωρήσει πριν από τη λήξη της θητείας της, ώστε ο Εμανουέλ Μακρόν και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι ηγέτες να συμμετάσχουν στην επιλογή του διαδόχου της πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027.
Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Reuters, η Λαγκάρντ φέρεται να επιθυμεί μεγαλύτερη ελευθερία δημόσιας παρέμβασης στη γαλλική πολιτική σκηνή, ενώ ως πιθανό επόμενο βήμα της αναφέρεται και η ανάληψη της ηγεσίας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα ποια θα είναι η επόμενη επαγγελματική της κίνηση.
Μετά την ανακοίνωση της απόφασής της, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ την ευχαρίστησαν για το έργο της, επιφυλάσσοντάς της παρατεταμένο χειροκρότημα. Ο Αντόνιο Κόστα εξήρε, επίσης, τη «βαθιά αίσθηση καθήκοντος και ευθύνης» που, όπως ανέφερε, τη χαρακτηρίζει.
Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα της
Παραμένει ανοιχτό το ερώτημα για τα επόμενα επαγγελματικά σχέδια της 70χρονης Λαγκάρντ. Σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο, η αποχώρησή της από την ΕΚΤ δεν σημαίνει απαραίτητα και το τέλος της δημόσιας παρουσίας της.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου είχε απορρίψει το ενδεχόμενο να διεκδικήσει τη γαλλική προεδρία. Ωστόσο, το όνομά της αναφέρεται μεταξύ των προσωπικοτήτων που θα μπορούσαν να αναλάβουν την ηγεσία του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, το οποίο διοργανώνει την ετήσια συνάντηση στο Νταβός.
Ποια είναι η Κριστίν Λαγκάρντ
Η Κριστίν Λαγκάρντ γεννήθηκε στο Παρίσι στις 1 Ιανουαρίου 1956 και είναι Γαλλίδα πολιτικός και νομικός. Πριν αναλάβει την προεδρία της ΕΚΤ το 2019, διετέλεσε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας από το 2007 έως το 2011 και στη συνέχεια γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, από το 2011 έως το 2019. Είναι η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε την ηγεσία τόσο του ΔΝΤ όσο και της ΕΚΤ. Στο τιμόνι της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας βρέθηκε σε μια περίοδο έντονων οικονομικών αναταράξεων, με βασικές προκλήσεις την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, την άνοδο του πληθωρισμού και την ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη.