Η αόρατη βαρύτητα: Τι κρατά την ελληνική οικονομία πίσω το 2025
Η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να μοιάζει έτοιμη αλλά ποτέ ώριμη.
Το 2025 βρίσκει την Ελλάδα σε μια παράξενη αντίφαση. Από τη μία πλευρά, η χώρα εμφανίζει ανθεκτικότητα με σταθερή ανάπτυξη, αύξηση εξαγωγών και ανακάμπτουσα απασχόληση.
Από την άλλη, ωστόσο, παραμένει καθηλωμένη σε ένα χαμηλό ταβάνι παραγωγικότητας και διεθνούς αξιολόγησης. Η διαφορά δεν εξηγείται από εξωτερικές πιέσεις. Είναι εσωτερική. Και εντοπίζεται σε μια σειρά από βαθιά ριζωμένα θεσμικά και διαρθρωτικά εμπόδια.
Η έλλειψη αποδοτικών δημόσιων δομών – από τη δικαιοσύνη μέχρι τις πολεοδομίες δημιουργεί ένα περιβάλλον αργό, απρόβλεπτο και συχνά αντικίνητρο για οποιαδήποτε σοβαρή επένδυση. Το επιχειρείν, μικρό ή μεγάλο, εξακολουθεί να κινείται ανάμεσα σε ρυθμιστικές αντιφάσεις, διοικητική αβεβαιότητα και ένα φορολογικό τοπίο που αλλάζει πιο συχνά από όσο αντέχει η προγραμματισμένη στρατηγική.
Πίσω από τους αριθμούς ανάπτυξης κρύβεται η χαμηλή προστιθέμενη αξία πολλών κλάδων. Το μοντέλο βασίζεται ακόμη στον τουρισμό, τα ακίνητα και τις εισαγόμενες υπηρεσίες. Η μεταποίηση παραμένει ισχνή, η αγροτική παραγωγή ασυντόνιστη και η τεχνολογική ανανέωση αποσπασματική. Παρόλο που η χώρα διαθέτει αξιόλογο ανθρώπινο κεφάλαιο, ένα μεγάλο μέρος του είτε μεταναστεύει είτε εγκλωβίζεται σε χαμηλής απόδοσης εργασίες.
Στην αγορά της Θεσσαλονίκης, αν και διαφαίνονται δυνατότητες ανάπτυξης, κυρίως στον τομέα της καινοτομίας και των logistics, οι χρόνιες αδυναμίες των υποδομών και η περιορισμένη διασύνδεση με μεγάλες διεθνείς αγορές εξακολουθούν να λειτουργούν αποτρεπτικά για επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η πόλη, με στρατηγική γεωγραφική θέση, χρειάζεται πιο στοχευμένες πολιτικές για να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αν και αντιπροσωπεύουν πάνω από το 90% της επιχειρηματικής δραστηριότητας, εξακολουθούν να έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε ρευστότητα και εξωτερικές αγορές. Η έλλειψη ψηφιακής ωριμότητας τις αφήνει ευάλωτες, ενώ τα γραφειοκρατικά εμπόδια για απλές διαδικασίες αδειοδοτήσεις, επενδυτικά κίνητρα, ένταξη σε χρηματοδοτικά εργαλεία καταπνίγουν κάθε έννοια επιτάχυνσης.
Το ενεργειακό κόστος, επίσης, παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη. Αν προστεθεί σε αυτό η απουσία σύγχρονων υποδομών σε μεταφορές και logistics, η ελληνική ανταγωνιστικότητα μοιάζει να εξαρτάται περισσότερο από τη γεωγραφία και λιγότερο από τις στρατηγικές αποφάσεις.
Όλα αυτά δεν συνθέτουν εικόνα κρίσης αλλά καθυστέρησης. Η Ελλάδα δεν είναι εκτός πορείας. Είναι κάτω από τις δυνατότητές της. Και αυτό είναι πιο επικίνδυνο μακροπρόθεσμα. Διότι η διεθνής οικονομία δεν περιμένει, και η ανταγωνιστικότητα δεν είναι στατικό χαρακτηριστικό. Είναι σύγκριση σε πραγματικό χρόνο.
Στην ΕΕ των «27», σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η μέση παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας αυξήθηκε κατά 1,3% το 2024. Στην Ελλάδα, η αύξηση ήταν μόλις 0,4%, δείχνοντας σαφώς πιο αργό ρυθμό προσαρμογής. Παράλληλα, οι δημόσιες επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη αντιστοιχούν στο 0,9% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης υπερβαίνει το 2,1%. Ακόμα και στους βασικούς δείκτες ψηφιακού μετασχηματισμού (DESI Index), η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται στις 5 τελευταίες χώρες της ΕΕ.
Στο επίπεδο της δικαιοσύνης, η μέση εκδίκαση διοικητικής υπόθεσης στην Ελλάδα ξεπερνά τα 650 ημέρες, έναντι 260 στην Πορτογαλία και 150 στην Ολλανδία. Στον δείκτη «Ease of Doing Business», η χώρα παραμένει εκτός των 50 πρώτων παγκοσμίως, σε αντίθεση με χώρες παρόμοιου μεγέθους και ΑΕΠ όπως η Ιρλανδία ή η Σλοβενία, που βρίσκονται συστηματικά στην πρώτη 30άδα.
Αντί για συγκυριακή πολιτική, αυτό που χρειάζεται είναι μια ενιαία αναπτυξιακή στρατηγική με δομικά χαρακτηριστικά: προτεραιότητα στην ποιότητα της διοίκησης, ψηφιακή τεχνογνωσία στην περιφέρεια, άνοιγμα των ΜμΕ προς την τεχνολογία και μείωση της υπερφορολόγησης μέσω διάχυσης των βαρών. Χωρίς αυτά, η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να μοιάζει έτοιμη αλλά ποτέ ώριμη.