Κατά συνείδηση η (μη) παράδοση της βουλευτικής έδρας
Τι θα γινόταν αν οι βουλευτές που διαγράφονται από τα κόμματα τους έχαναν αυτομάτως και την έδρα τους
Η ιστορία της Ελλάδας τα τελευταία δέκα χρόνια, έχει καταγράψει διαγραφές βουλευτών, ωστόσο οι περιπτώσεις όπου ο διαγραφείς βουλευτής παραιτήθηκε άμεσα και παρέδωσε την έδρα του, χωρίς να παραμείνει ανεξάρτητος ή να μεταπηδά σε άλλο κόμμα, παραμένουν εξαιρετικά… σπάνιες.
Μία από τις πιο πρόσφατες είναι αυτή του Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου που διαγράφηκε από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ με απόφαση του Νίκου Ανδρουλάκη, έπειτα από εσωκομματικές εντάσεις και δημόσιες διαφωνίες και παραιτήθηκε δηλώνοντας ότι «οι βουλευτές υπηρετούν τον λαό και την παράταξη με την οποία εξελέγησαν» αν και ο νομοθέτης… διαφωνεί
Το Σύνταγμα δεν επιβάλλει τέτοια υποχρέωση, λέει ουσιαστικά ότι η βουλευτική έδρα είναι προσωπική, όμως η συγκεκριμένη κίνηση ξεχωρίζει σε ένα πολιτικό τοπίο όπου οι περισσότεροι διαγραφέντες επιλέγουν να κρατήσουν την έδρα, να τη χαρίσουν ή να προσχωρήσουν σε άλλο κόμμα με το οποίο μεχρι προχθες «ηταν στα μαχαίρια». Σε καιρούς μεγάλης απογοήτευσης, όπως δείχνουν και τα ποσοστά της αποχής, ίσως να είναι από τις λίγες κινήσεις που μπορούν να δημιουργήσουν μια μικρή φωτεινή ρωγμή στο κλίμα κυνισμού και απαξίωσης, ενθαρρύνοντας μια πιο σταθερή σχέση μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων η οποία πάει από το κακό στο χειρότερο.
Να θυμίσουμε ότι οι διατάξεις επιτρέπουν σε έναν βουλευτή να εκλεγεί με ένα κόμμα και μετά να υπηρετεί άλλο ή να παραμείνει ανεξάρτητος, χωρίς να χάνει υποχρεωτικά την έδρα του. Σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 «Οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση», ένα δικαίωμα που τις περισσότερες φορές όχι μόνο δεν είναι απεριόριστο αλλά δεν είναι καν δικαιωμα, μπροστά στην πειθαρχία της κομματικής γραμμής. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η διάταξη καθιστά την έδρα του βουλευτή, όχι του κόμματος. Δεν προβλέπει καμία υποχρέωση παραίτησης ή απώλειας έδρας λόγω διαγραφής, αποχώρησης ή αλλαγής κόμματος. Συνεπώς σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, είναι δικαίωμα του βουλευτή (άρθρο 60 παρ. 2)
Βεβαια, ο νομοθέτης, μετά τη δικτατορία ήθελε να θωρακίσει τον βουλευτή από πιέσεις κόμματος ή ηγεσίας. Αν η έδρα χάνονταν με διαγραφή, τα κόμματα θα είχαν απόλυτο έλεγχο, θα μπορούσαν να «καθαρίσουν» διαφωνούντες και να τους αντικαταστήσουν με πειθήνιους, κάτι που θα έκανε τη Βουλή λιγότερο αντιπροσωπευτική. Η δε ψήφος «κατά συνείδηση» σημαίνει ότι πρέπει να μπορούν να αλλάξουν γνώμη, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ρήξη με το κόμμα, χωρίς να χάνουν τη δυνατότητα της εκπροσώπησης πολιτών που δεν τους ψήφισαν. Αυτη η διάταξη συντάχθηκε όταν η χώρα έβγαινε από δικτατορία και ήθελε να αποφύγει μηχανισμούς ελέγχου που θύμιζαν ολοκληρωτισμό. Η δε έννοια της «ελεύθερης εντολής» προέρχεται από την ευρωπαϊκή φιλελεύθερη παράδοση (π.χ. Γαλλία, Γερμανία), όπου ο βουλευτής δεν είναι «αντιπρόσωπος» του κόμματος αλλά του λαού συνολικά, όμως αυτό το δικαίωμα δημιουργεί την αίσθηση… προδοσίας όταν ο βουλευτής υπηρετεί άλλους ψηφοφόρους από αυτούς που τον εξέλεξαν. Κι όμως ο νομοθέτης προτιμά τον κίνδυνο της «προδοσίας» από τον κίνδυνο της απόλυτης κομματικής πειθαρχίας, που θα έκανε τη Βουλή μηχανισμό ψηφοφορίας χωρίς διάλογο, αν και μερικές φορές τα καταφέρνει και από μόνη της…
Παρόμοια κίνηση με Κωνσταντινόπουλο είχε κάνει ο Κ. Δαμαβολίτης τον Ιούλιο του 2015, όταν ως βουλευτής Ηρακλείου των ΑΝΕΛ, διαγράφηκε από τον Πάνο Καμμένο -λόγω δημοψηφίσματος και μνημονίων- και υπέβαλε παραίτηση παραδίνοντας την έδρα. Το 2019, ο Θανάσης Παπαχριστόπουλος, επίσης των ΑΝΕΛ διαγράφηκε μετά την υπερψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών…