ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ: Τι ισχύει με το σεισμικό ρήγμα της περιοχής…
Η σεισμικότητα στην περιοχή, στη σκιά των 4,9 Ρίχτερ που ταρακούνησαν γειτονικούς νομούς στην κεντρική Μακεδονία
Η Αθωνική Πολιτεία παραμένει ενεργή σεισμικά όπως τονίζουν οι επιστήμονες, αναφερόμενοι στην ευρύτερη περιοχή, μετά τον μεγάλο σεισμό που ταρακούνησε αρκετές περιοχές στη Βόρεια Ελλάδα. Το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών-Γεωδυναμικό Ινστιτούτο κάνει λογο για σεισμό 4,9 Ρίχτερ (ορισμένες πηγές τον ανέβασαν πρόσκαιρα στα 5,1) με επίκεντρο περίπου 8 χιλιόμετρα βορειοδυτικά των Καρυών και εστιακό βάθος μόλις 5 χιλιομέτρων, δηλαδή πολύ επιφανειακό, κάτι που εξηγεί γιατί έγινε αισθητός σε Θεσσαλονίκη και γειτονικές περιοχες. Το Περιβάλι της Παναγιάς, βρίσκεται σε μια ζώνη έντονης σεισμικής δραστηριότητας λόγω της τεκτονικής επέκτασης του Αιγαίου και της επιρροής του βόρειου τμήματος του Ρήγματος της Ανατολίας, όπου η λιθοσφαιρική πλάκα κινείται με ρυθμούς που δημιουργούν συχνές ρηγματώσεις και σμήνη σεισμών, όπως αυτό που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2024 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με εκατοντάδες μικρούς και μεσαίους σεισμούς.
Το επίκεντρο των 4,9-5,1 Ρίχτερ τοποθετείται ακριβώς στην ίδια ζώνη όπου καταγράφηκαν και οι προηγούμενοι ισχυροί σεισμοί της τελευταίας διετίας, δηλαδή σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων βορειοδυτικά των Καρυών και κοντά στις ακτές της μονής Ξενοφώντος, σε μια θαλάσσια-ηπειρωτική μετάβαση όπου το εστιακό βάθος παραμένει συνήθως μικρό (5-15 χιλιόμετρα), αυξάνοντας την αίσθηση της δόνησης αλλά και τον κίνδυνο τοπικών ζημιών σε ιστορικά κτίσματα. Η σεισμική ιστορία της περιοχής είναι πλούσια και τεκμηριωμένη από αρχεία και του ΑΠΘ με το Άγιο Όρος να έχει δώσει επανειλημμένα ισχυρούς σεισμούς παρόμοιου ή μεγαλύτερου μεγέθους λόγω της ίδιας τεκτονικής δομής. Το μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός χρονολογείται τον Νοέμβριο του 1905, όταν σεισμός 7,5 Ρίχτερ με επίκεντρο κοντά στη μονή Σταυρονικήτα προκάλεσε μεγάλες ρωγμές, κατολισθήσεις βράχων στη νότια πλευρά του βουνού και ζημιές σε Καρυές και Λαύρα. Ακολούθησαν οι σεισμοί του 1982 και του 1983 με μεγέθη 7,0 και 6,8 Ρίχτερ αντίστοιχα, που έπληξαν την ίδια ζώνη και θεωρούνται από τους ισχυρότερους στην ιστορία της βόρειας Ελλάδας, με επίκεντρα σε απόσταση μικρότερη των 20 χιλιομέτρων από τις Καρυές και βάθη που κυμάνθηκαν μεταξύ 10-15 χιλιομέτρων, προκαλώντας εκτεταμένες δομικές βλάβες σε μοναστήρια.

Πιο πρόσφατα, τον Ιούνιο του 2025, η περιοχή βίωσε σεισμό 5,3 Ρίχτερ στις 7 Ιουνίου με επίκεντρο στη θάλασσα βορειοδυτικά των Καρυών σε βάθος 12,5 χιλιομέτρων, ακριβώς στο ίδιο τεκτονικό περιβάλλον με το σημερινό προκαταρκτικό γεγονός της 25ης Μαρτίου 2026 και προκάλεσε ρωγμές σε μονές. Από το 2024 μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί πάνω από δέκα σεισμοί άνω των 4 Ρίχτερ στην ίδια ζώνη, με το ισχυρότερο πριν από τον Ιούνιο του 2025 να είναι 5,2 Ρίχτερ τρεις μήνες νωρίτερα, ενώ μικρότερα γεγονότα όπως 4,6 Ρίχτερ τον Δεκέμβριο του 2024 και 4,0 Ρίχτερ τον Αύγουστο του 2025 δείχνουν ότι η σεισμική δραστηριότητα είναι συνεχής και δεν έχει ηρεμήσει πλήρως. Οι επιστήμονες, μεταξύ των οποίων ο καθηγητής Εμμανουήλ Σκορδίλης από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ο Ευθύμιος Λέκκας από το Οργανισμό Αντισεισμικής Προστασίας, έχουν επανειλημμένα επισημάνει ότι η περιοχή δεν μπορεί να θεωρηθεί «ήρεμη» ιστορικά, καθώς η μέγιστη δυνατή μέγεθος που μπορεί να παράγει το ρήγμα φτάνει έως και 6,0 Ρίχτερ, ενώ η επανάληψη σεισμών άνω των 5 Ρίχτερ κάθε λίγα χρόνια είναι αναμενόμενη λόγω της θέσης της στο όριο των πλακών. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη για αλλαγή στο τεκτονικό καθεστώς, ούτε για συσχέτιση με ηφαιστειακή δραστηριότητα, αλλά η ρηχή εστία και η εγγύτητα σε ιστορικά μνημεία καθιστούν κάθε γεγονός όπως το τελευταίο αντικείμενο άμεσης παρακολούθησης από τα δίκτυα σεισμογράφων. Όλα δε τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, από ιστορικούς καταλόγους του 1900 μέχρι τις αυτόματες λύσεις του 2026, επιβεβαιώνουν ότι η περιοχή παραμένει ενεργή χωρίς να έχει ξεπεράσει ακόμη τα όρια που θα προκαλούσαν καταστροφικές συνέπειες πέρα από τοπικές ζημιές…
