Γιατί κάποιοι ανέχονται την απιστία

Η νέα έννοια που απασχολεί ειδικούς και ζευγάρια φωτίζει τα αόρατα όρια μεταξύ αγάπης, συμβιβασμού και αυτοακύρωσης

Γιατί κάποιοι ανέχονται την απιστία
UNSPLASH

Σε μια εποχή όπου οι σχέσεις επαναπροσδιορίζονται διαρκώς, μια νέα έννοια έρχεται να ταράξει τα νερά και να προκαλέσει ουσιαστικό προβληματισμό γύρω από τα όρια της συναισθηματικής αντοχής.

Ο λόγος για το «tolyamory», έναν όρο που περιγράφει μια λεπτή αλλά βαθιά προβληματική δυναμική: τη σιωπηρή αποδοχή της απιστίας μέσα σε μια σχέση.

Παρότι ο συμβιβασμός θεωρείται συστατικό στοιχείο κάθε μακροχρόνιας σχέσης, η γραμμή ανάμεσα στην κατανόηση και την ανοχή μπορεί εύκολα να γίνει δυσδιάκριτη. Το «tolyamory» αναφέρεται ακριβώς σε αυτή τη γκρίζα ζώνη, όπου η απιστία δεν αποτελεί κοινή συμφωνία, όπως σε μια ανοιχτή σχέση, αλλά ούτε και αντιμετωπίζεται ανοιχτά. Αντίθετα, παραμένει ένα γνωστό αλλά ανεπίλυτο δεδομένο, που υπονομεύει σταδιακά τη σχέση.

Η έννοια έγινε ευρύτερα γνωστή τα τελευταία χρόνια, φέρνοντας στο προσκήνιο ερωτήματα για το τι τελικά είναι διαπραγματεύσιμο μέσα σε έναν δεσμό. Σε αντίθεση με την πολυσυντροφικότητα που βασίζεται στη συναίνεση, εδώ η σιωπή αντικαθιστά τον διάλογο και η αποφυγή σύγκρουσης γίνεται μηχανισμός επιβίωσης.

Πίσω από αυτή τη στάση κρύβονται συχνά πολύπλοκοι ψυχολογικοί και κοινωνικοί λόγοι. Ο ισχυρός συναισθηματικός δεσμός, η ανάγκη διατήρησης της σχέσης ή ακόμη και η ελπίδα ότι η κατάσταση θα αλλάξει, οδηγούν ορισμένους στο να υποβαθμίζουν ή να δικαιολογούν την απιστία. Σε άλλες περιπτώσεις, η ευθύνη εσωτερικεύεται, με το άτομο να θεωρεί ότι η συμπεριφορά του συντρόφου του σχετίζεται με δικές του «ελλείψεις».

Δεν είναι όμως μόνο το συναίσθημα που κρατά κάποιον σε μια τέτοια συνθήκη. Πρακτικοί παράγοντες, όπως η οικονομική εξάρτηση, οι οικογενειακές υποχρεώσεις ή η ανάγκη σταθερότητας, λειτουργούν αποτρεπτικά στην απόφαση αποχώρησης. Ο φόβος της μοναξιάς και η έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος ενισχύουν ακόμη περισσότερο αυτή την παγίδευση.

Ωστόσο, το τίμημα αυτής της σιωπηλής αποδοχής δεν είναι αμελητέο. Η εμπιστοσύνη, βασικός πυλώνας κάθε υγιούς σχέσης, διαβρώνεται, ενώ η καταπίεση συναισθημάτων όπως ο θυμός και η απογοήτευση μπορεί να οδηγήσει σε βαθύτερες ψυχολογικές επιπτώσεις. Με την πάροδο του χρόνου, τα προσωπικά όρια μετακινούνται, και συμπεριφορές που κάποτε θεωρούνταν απαράδεκτες αρχίζουν να φαίνονται «φυσιολογικές».

Το κρίσιμο ερώτημα που αναδύεται είναι κατά πόσο μια σχέση μπορεί να επιβιώσει όταν η ειλικρίνεια αντικαθίσταται από τη σιωπή. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η ουσία μιας λειτουργικής σχέσης βρίσκεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, τον σεβασμό και την ανοιχτή επικοινωνία. Όταν αυτά απουσιάζουν, η ανοχή δεν λειτουργεί ως λύση αλλά ως παράταση ενός προβλήματος.

Η έξοδος από έναν τέτοιο κύκλο δεν είναι πάντα εύκολη, ούτε αυτονόητη. Απαιτεί επίγνωση, ενίσχυση της προσωπικής αυτονομίας και, συχνά, εξωτερική υποστήριξη. Σε κάθε περίπτωση, η αναγνώριση της πραγματικότητας αποτελεί το πρώτο βήμα, υπενθυμίζοντας ότι η αξία ενός ανθρώπου δεν καθορίζεται από τις επιλογές του συντρόφου του, αλλά από τα όρια που ο ίδιος θέτει για τη ζωή και τις σχέσεις του.