Συναγερμός στη ναυτιλία για το κόστος από πιθανό τέλος 20% στα Στενά του Ορμούζ
Οι αναλυτές θεωρούν δύσκολο οι εισαγωγείς ενέργειας να απορροφήσουν εξ ολοκλήρου το αυξημένο κόστος
Αναστάτωση έχει προκαλέσει στον παγκόσμιο ναυτιλιακό κλάδο η πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να εξετάσει την επιβολή ειδικής χρέωσης στα εμπορεύματα που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, με τον Ντόναλντ Τραμπ να συνδέει το μέτρο με το κόστος της στρατιωτικής παρουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών για την προστασία των εμπορικών πλοίων στην περιοχή.
Η πιθανή εφαρμογή ενός τέτοιου τέλους, ύψους 20% επί των φορτίων, έχει ήδη προκαλέσει έντονο προβληματισμό σε πλοιοκτήτες, ενεργειακές εταιρείες και αναλυτές, καθώς εκτιμάται ότι θα μπορούσε να επιβαρύνει σημαντικά το κόστος μεταφοράς πετρελαίου και άλλων βασικών προϊόντων. Η τελική συνέπεια, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, θα ήταν η μεταφορά μεγάλου μέρους αυτής της επιβάρυνσης στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Παρότι δεν έχουν γίνει γνωστές λεπτομέρειες για τον τρόπο υπολογισμού της χρέωσης, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η επίδρασή της θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα σημαντική. Εφόσον το τέλος υπολογιστεί με βάση την αξία του φορτίου, η μεταφορά πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο προς τις διεθνείς αγορές θα μπορούσε να καταστεί πολύ ακριβότερη.
Σήμερα, σύμφωνα με τον Ρίκο Λούμαν, οικονομολόγο της ING Research με ειδίκευση στις μεταφορές και την εφοδιαστική αλυσίδα, η μεταφορά ενός βαρελιού πετρελαίου από την περιοχή του Κόλπου προς την Ευρώπη κοστίζει περίπου 10 δολάρια. Με την τιμή του πετρελαίου να κινείται κοντά στα 80 δολάρια το βαρέλι, ένα πρόσθετο τέλος 20% θα μπορούσε να προσθέσει περίπου 16 δολάρια στο κόστος ανά βαρέλι, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση μεταφοράς σε επίπεδα κοντά στα 26 δολάρια.
Για τα μεγαλύτερα δεξαμενόπλοια, τα οποία μπορούν να μεταφέρουν περίπου δύο εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ανά ταξίδι, η πρόσθετη δαπάνη θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 30 εκατομμύρια δολάρια, δημιουργώντας νέα δεδομένα για τις ναυτιλιακές εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε μια ήδη ευαίσθητη γεωπολιτικά περιοχή.
Οι αναλυτές θεωρούν δύσκολο οι εισαγωγείς ενέργειας να απορροφήσουν εξ ολοκλήρου το αυξημένο κόστος. Αντίθετα, εκτιμάται ότι σημαντικό μέρος της επιβάρυνσης θα περάσει στην αγορά μέσω υψηλότερων τιμών στα καύσιμα, αλλά και σε προϊόντα που επηρεάζονται από τις διεθνείς μεταφορές.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της στρατηγικής σημασίας των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία περνούσε πριν από την κλιμάκωση των εντάσεων περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου. Η αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης για τον έλεγχο και την ασφάλεια της θαλάσσιας οδού έχει αυξήσει την αβεβαιότητα για τις εταιρείες που καλούνται να αποφασίσουν αν θα συνεχίσουν τις διελεύσεις τους, σύμφωνα με την ΕΡΤ.
Ναυτιλιακοί παράγοντες εκτιμούν ότι το προτεινόμενο ποσοστό είναι υπερβολικά υψηλό, καθώς υπερβαίνει κατά πολύ τις συνήθεις επιβαρύνσεις που εφαρμόζονται σε άλλες κρίσιμες θαλάσσιες διαδρομές. Χαρακτηριστική είναι η σύγκριση με τα Στενά της Μαλάκα στη Νοτιοανατολική Ασία, όπου η σχετική προαιρετική χρέωση κινείται κάτω από το 0,5% της αξίας ενός φορτίου. Η Βίντια Μάνι, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια και ειδική σε θέματα εφοδιαστικών αλυσίδων, χαρακτήρισε μια επιβάρυνση 20% ιδιαίτερα υψηλή, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει ολόκληρο το διεθνές εμπορικό σύστημα.
Την ίδια ώρα, το Ιράν έχει στο παρελθόν υποστηρίξει ότι διαθέτει δικαίωμα επιβολής τελών διέλευσης στα πλοία που κινούνται μέσω των Στενών του Ορμούζ, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν σαφή στοιχεία για την έκταση εφαρμογής ενός τέτοιου μέτρου. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί σχολίασε την αμερικανική πρόταση αναφέροντας ότι το ύψος του 20% είναι υπερβολικό, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Τεχεράνη θα ακολουθούσε διαφορετική προσέγγιση.
Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν διαχρονικά απορρίψει την επιβολή τελών σε διεθνείς θαλάσσιες οδούς, επικαλούμενες το διεθνές δίκαιο. Τη συγκεκριμένη θέση είχε επαναλάβει και ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, υποστηρίζοντας ότι καμία χώρα δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς χρεώσεις για τη διέλευση πλοίων από διεθνή ύδατα.