Η τελική συμφωνία των ΗΠΑ με το Ιράν και το στρατηγικό αδιέξοδο του Τραμπ

Η κρίση στον Κόλπο υποτίθεται ότι θα επιβεβαίωνε τη θεωρία του Αμερικανού προέδρου για την άσκηση της ισχύος

Η τελική συμφωνία των ΗΠΑ με το Ιράν και το στρατηγικό αδιέξοδο του Τραμπ
EPA/JIM LO SCALZO

Η κρίση στον Κόλπο υποτίθεται ότι θα επιβεβαίωνε τη θεωρία του Αμερικανού προέδρου για την άσκηση της ισχύος. Η κατάληξή της όμως φωτίζει τα όρια μιας προσέγγισης που αντιμετώπισε τη γεωπολιτική ως διαδοχή πιέσεων και όχι ως διαμόρφωση μιας σταθερής περιφερειακής τάξης.

Οι διεθνείς κρίσεις αποκτούν τη σημασία τους όταν λειτουργούν ως δοκιμασία ευρύτερων στρατηγικών αντιλήψεων. Η πρόσφατη συμφωνία ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Πίσω από τις στρατιωτικές κινήσεις, τις απειλές, τις διπλωματικές διαβουλεύσεις και τελικά την επίτευξη συμφωνίας βρίσκεται ένα ευρύτερο ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η ισχύς στον 21ο αιώνα. Η συζήτηση αυτή αφορά πρωτίστως τον Ντόναλντ Τραμπ, διότι η αντιπαράθεση με το Ιράν υπήρξε επί χρόνια ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της πολιτικής του ταυτότητας.

Από την πρώτη του θητεία, ο Τραμπ αντιμετώπισε το Ιράν ως σύμβολο μιας αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που, κατά την άποψή του, είχε χάσει την αυτοπεποίθησή της. Υποστήριζε ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν εγκλωβιστεί σε μια λογική παραχωρήσεων και συμβιβασμών, επιτρέποντας στην Τεχεράνη να διευρύνει την επιρροή της σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Η δική του απάντηση ήταν η πίεση. Οικονομική πίεση, διπλωματική πίεση, στρατιωτική πίεση. Η κεντρική ιδέα ήταν ότι η ισχύς, όταν χρησιμοποιείται αποφασιστικά, μπορεί να αναγκάσει τον αντίπαλο να προσαρμοστεί.

Η κρίση που προηγήθηκε της συμφωνίας έδωσε στον Αμερικανό πρόεδρο την ευκαιρία να εφαρμόσει στην πράξη αυτή τη φιλοσοφία. Για τον ίδιο και για τους υποστηρικτές του, η εξέλιξη των γεγονότων θα αποδείκνυε ότι η πολιτική της πίεσης παράγει καλύτερα αποτελέσματα από τη σταδιακή διαπραγμάτευση. Η συμφωνία που τελικά προέκυψε επιτρέπει μια διαφορετική ανάγνωση. Όχι επειδή αποφεύχθηκε ένας ευρύτερος πόλεμος, αλλά επειδή η κατάληξη της κρίσης αποκαλύπτει τα όρια μιας στρατηγικής που έδωσε υπερβολική έμφαση στα μέσα και λιγότερη προσοχή στον τελικό πολιτικό σχεδιασμό.

Η πολιτική της πίεσης ως υποκατάστατο στρατηγικής

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της τραμπικής εξωτερικής πολιτικής είναι η πεποίθηση ότι η αύξηση της πίεσης μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός παραγωγής πολιτικών αποτελεσμάτων. Η λογική αυτή δεν αφορά μόνο το Ιράν. Εμφανίστηκε στις εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, στις σχέσεις με τους συμμάχους του ΝΑΤΟ και σε πολλές ακόμη περιπτώσεις. Στην περίπτωση της Τεχεράνης, όμως, η προσέγγιση αυτή βρέθηκε μπροστά στην πιο απαιτητική δοκιμασία της.

Η πίεση αποτελεί ασφαλώς εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής. Μπορεί να αυξήσει το κόστος των επιλογών ενός αντιπάλου, να περιορίσει τα περιθώρια κινήσεών του και να επηρεάσει τους υπολογισμούς του. Η ύπαρξη πίεσης, όμως, δεν αρκεί από μόνη της για να διαμορφώσει μια νέα περιφερειακή τάξη. Κάποια στιγμή απαιτείται ένα πολιτικό σχέδιο που να περιγράφει πώς θα μοιάζει η επόμενη ημέρα.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο εμφανίζεται η βασική αδυναμία της τραμπικής προσέγγισης. Η κρίση στον Κόλπο δεν κατέληξε σε μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας σχεδιασμένη αποκλειστικά από την Ουάσιγκτον. Δεν παρήγαγε ένα περιβάλλον στο οποίο το Ιράν θα είχε υποχρεωθεί να αποδεχθεί έναν περιφερειακό ρόλο σημαντικά περιορισμένο σε σχέση με το παρελθόν. Η συμφωνία προέκυψε μέσα από την αναγνώριση των πραγματικών συσχετισμών ισχύος που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης και οι συσχετισμοί αυτοί περιλάμβαναν την Τεχεράνη ως παράγοντα με ουσιαστική επιρροή στις εξελίξεις.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα πρόβλημα πολιτικής συνοχής για τον Τραμπ. Επί χρόνια παρουσίαζε την πίεση ως τον δρόμο προς μια ευνοϊκότερη ισορροπία δυνάμεων. Η σημερινή πραγματικότητα δείχνει ότι η πίεση λειτούργησε περισσότερο ως προοίμιο μιας διαπραγμάτευσης παρά ως μέσο αναδιαμόρφωσης των περιφερειακών συσχετισμών.

Τα Στενά του Ορμούζ ως μάθημα γεωπολιτικής

Η πιο αποκαλυπτική πτυχή της κρίσης αφορά τα Στενά του Ορμούζ. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα γεωστρατηγικά σημεία του πλανήτη, από το οποίο διέρχεται τεράστιο μέρος των παγκόσμιων ενεργειακών ροών. Η σημασία του είναι τόσο μεγάλη ώστε οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ομαλής λειτουργίας του επηρεάζει άμεσα τις αγορές, τις κυβερνήσεις και τους στρατηγικούς σχεδιασμούς σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η κρίση υπενθύμισε μια αλήθεια που συχνά υποτιμάται στις σύγχρονες συζητήσεις περί ισχύος. Η γεωγραφία εξακολουθεί να έχει σημασία. Η στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών παραμένει συντριπτική σε παγκόσμιο επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά, η γεωγραφική θέση του Ιράν του επιτρέπει να επηρεάζει κρίσιμες λειτουργίες του διεθνούς συστήματος. Αυτή η πραγματικότητα δεν εξαφανίστηκε εξαιτίας της αμερικανικής ισχύος. Αντιθέτως, αναδείχθηκε με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.

Η συζήτηση γύρω από το Ορμούζ αποκάλυψε επίσης κάτι βαθύτερο. Η διεθνής πολιτική δεν καθορίζεται μόνο από την ικανότητα επιβολής. Καθορίζεται και από την ικανότητα πρόκλησης κόστους. Όταν ένα κράτος μπορεί να επηρεάσει την ενεργειακή ασφάλεια μεγάλου μέρους του πλανήτη, αποκτά ένα είδος διαπραγματευτικής αξίας που δεν προκύπτει από το μέγεθος της οικονομίας του ή από τον όγκο των ενόπλων δυνάμεών του.

Για τον Τραμπ, η εξέλιξη αυτή είναι πολιτικά δυσάρεστη. Η κρίση που επρόκειτο να καταδείξει τα όρια της ιρανικής ισχύος κατέληξε να υπενθυμίσει πόσο δύσκολο είναι να αγνοηθεί η γεωπολιτική σημασία της Τεχεράνης.

Η αναβάθμιση του Ιράν ως περιφερειακού παράγοντα

Στη διεθνή πολιτική, η ισχύς δεν μετριέται μόνο με υλικούς όρους. Μετριέται και από τον βαθμό στον οποίο οι υπόλοιποι δρώντες θεωρούν αναγκαία τη συμμετοχή ενός κράτους στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Από αυτή την οπτική, η συμφωνία αποτυπώνει μια αξιοσημείωτη μεταβολή.

Το Ιράν εισέρχεται στη νέα φάση των εξελίξεων ως παράγοντας που συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια του Κόλπου, τη λειτουργία των ενεργειακών αγορών και τη σταθερότητα μιας περιοχής που παραμένει κρίσιμη για την παγκόσμια οικονομία. Η θέση αυτή δεν προέκυψε επειδή η διεθνής κοινότητα αποφάσισε να του αποδώσει κάποιον ειδικό ρόλο. Προέκυψε επειδή η ίδια η κρίση κατέδειξε ότι οι περιφερειακές ισορροπίες δεν μπορούν να σχεδιαστούν χωρίς τη συμμετοχή του.

Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς τους αρχικούς στόχους της αμερικανικής πολιτικής. Η συρρίκνωση της ιρανικής επιρροής αποτέλεσε επί χρόνια κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής που υποστήριζε ο Τραμπ. Η κατάληξη της κρίσης οδηγεί σε μια πραγματικότητα όπου η Τεχεράνη εμφανίζεται περισσότερο ενσωματωμένη στις περιφερειακές ισορροπίες από ό,τι πριν από την έναρξή της.

Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι το Ιράν μετατράπηκε ξαφνικά σε κυρίαρχη δύναμη της Μέσης Ανατολής. Σημαίνει όμως ότι η πολιτική που σχεδιάστηκε για να μειώσει τη γεωπολιτική του σημασία δεν παρήγαγε αυτό το αποτέλεσμα.

Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα

Κάθε σημαντική κρίση λειτουργεί και ως μήνυμα προς τους συμμάχους. Οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου παρακολούθησαν μια περίοδο έντονης έντασης η οποία κατέληξε σε πολιτική διευθέτηση. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ενισχύθηκε η αντίληψη ότι η περιφερειακή σταθερότητα απαιτεί συνεννόηση με όλους τους βασικούς παίκτες της περιοχής.

Η τάση αυτή ήταν ήδη ορατή πριν από την κρίση. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες χώρες του Κόλπου αναζητούσαν τρόπους να διαφοροποιήσουν τις διεθνείς τους σχέσεις και να αποκτήσουν μεγαλύτερο βαθμό στρατηγικής αυτονομίας. Η συμφωνία ενισχύει αυτή τη λογική. Όσο περισσότερο η περιφερειακή ισορροπία συνδέεται με τη διαχείριση των σχέσεων με την Τεχεράνη, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κίνητρο για πολυδιάστατη διπλωματία.

Αντίστοιχα, το Ισραήλ καλείται να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον όπου η ιρανική επιρροή εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα των εξελίξεων. Οι ισραηλινές ανησυχίες για τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ και το ευρύτερο δίκτυο περιφερειακών συμμαχιών του Ιράν δεν εξαφανίζονται με την υπογραφή μιας συμφωνίας. Αντιθέτως, εντάσσονται σε ένα νέο πλαίσιο όπου η Ουάσιγκτον δίνει προτεραιότητα στη διαχείριση της ισορροπίας αντί σε μια συνολική ανατροπή της.

Η εξωτερική πολιτική ως διαπραγμάτευση ισχύος

Η κρίση στον Κόλπο αποκαλύπτει τελικά ένα ευρύτερο πρόβλημα της τραμπικής προσέγγισης. Η εξωτερική πολιτική αντιμετωπίστηκε συχνά ως διαδικασία άσκησης πίεσης, λες και η αύξηση του κόστους για τον αντίπαλο αρκεί για να παράγει το επιθυμητό πολιτικό αποτέλεσμα. Η διεθνής πραγματικότητα είναι συνήθως πιο σύνθετη.

Οι περιφερειακές ισορροπίες διαμορφώνονται από γεωγραφικούς περιορισμούς, από οικονομικές αλληλεξαρτήσεις, από ιστορικές σχέσεις και από συσχετισμούς ισχύος που δεν μεταβάλλονται εύκολα. Όταν η πολιτική επικεντρώνεται κυρίως στα εργαλεία πίεσης, κινδυνεύει να υποτιμήσει αυτούς τους παράγοντες. Τότε η διαπραγμάτευση που ακολουθεί λειτουργεί ως μηχανισμός επανεισαγωγής της πραγματικότητας στον σχεδιασμό.

Η συμφωνία με το Ιράν αποκτά έτσι μια σημασία που υπερβαίνει τις επιμέρους διατάξεις της. Αποτελεί μια υπενθύμιση ότι η ισχύς έχει όρια, ότι η γεωπολιτική δεν προσαρμόζεται πάντοτε στις προθέσεις των ηγετών και ότι η σταθερότητα μιας περιοχής προκύπτει συνήθως από τη διαχείριση των υπαρκτών συσχετισμών και όχι από την προσδοκία ότι αυτοί θα εξαφανιστούν.

Η κρίση που υποτίθεται ότι θα επιβεβαίωνε τη φιλοσοφία του Τραμπ για την άσκηση της ισχύος κατέληξε να φωτίζει τις αδυναμίες της. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό συμπέρασμα που αφήνει πίσω.