Στο στόχαστρο οι διακινητές μεταναστών: Η νέα στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου και οι προεκτάσεις για την Ελλάδα

Το ενδεχόμενο επανάληψης τέτοιων επεισοδίων παραμένει υπαρκτό όσο το ζήτημα αντιμετωπίζεται αποσπασματικά.

Στο στόχαστρο οι διακινητές μεταναστών: Η νέα στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου και οι προεκτάσεις για την Ελλάδα
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΑΠΑΝΗΣ/ EUROKINISSI

Το μέτρο περιλαμβάνει πάγωμα περιουσιακών στοιχείων, απαγόρευση εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο και αποκλεισμό από το βρετανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε την εφαρμογή ενός νέου πακέτου κυρώσεων κατά φυσικών και νομικών προσώπων που εμπλέκονται σε κυκλώματα διακίνησης μεταναστών μέσω της Μάγχης, μια πρωτοβουλία που παρουσιάζεται ως η πρώτη του είδους της σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το μέτρο περιλαμβάνει πάγωμα περιουσιακών στοιχείων, απαγόρευση εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο και αποκλεισμό από το βρετανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα για όσους φέρονται να υποστηρίζουν επιχειρησιακά ή οικονομικά τις ροές παράτυπης μετανάστευσης. Στόχος είναι η αποδόμηση των οργανωμένων κυκλωμάτων διακίνησης που κερδοσκοπούν εις βάρος ευάλωτων ανθρώπων και παράλληλα τροφοδοτούν τη συνεχιζόμενη κρίση στα σύνορα.

Ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ και η υπουργός Εσωτερικών Γιβέτ Κούπερ υποστήριξαν ότι η προσέγγιση αυτή υπερβαίνει τις παραδοσιακές μεθόδους δίωξης, προσφέροντας νομικά και οικονομικά εργαλεία που στοχεύουν την καρδιά των εγκληματικών δικτύων. Στο ίδιο πλαίσιο, έχουν ήδη επιλεγεί δεκάδες άτομα για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις εμπλοκής στη χρηματοδότηση σκαφών, στην παραγωγή πλαστών εγγράφων και στη μεταφορά χρημάτων μέσω ανεπίσημων συστημάτων όπως το δίκτυο Hawala, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως σε Ασία και Μέση Ανατολή.

Την ίδια ώρα, η αύξηση των αφίξεων μικρών σκαφών κατά σχεδόν 50% σε σχέση με πέρυσι, με πάνω από 20.000 αφίξεις το πρώτο εξάμηνο του 2025, έχει ασκήσει έντονη πίεση στην κυβέρνηση του Λονδίνου, η οποία επιδιώκει να διαχειριστεί την πολιτική και κοινωνική πίεση. Ο Ντόναλντ Τραμπ, σε δημόσια τοποθέτησή του πριν τις βρετανικές εκλογές, είχε επίσης ζητήσει δραστικά μέτρα και είχε χαρακτηρίσει τη διακίνηση μεταναστών «πολλαπλασιαστή απειλών για την εσωτερική ασφάλεια».

Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει ουσιώδεις ομοιότητες. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 2025 καταγράφηκαν πάνω από 21.000 αφίξεις μεταναστών στην Ελλάδα, κυρίως μέσω θαλάσσιων οδών. Τα Δωδεκάνησα, η Λέσβος και η Σάμος εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο, ενώ τον Μάιο του 2025 καταγράφηκαν 3.500 νέες αφίξεις μόνο στο νότιο Αιγαίο. Η FRONTEX ανέφερε ότι οι ροές από την Τουρκία προς την Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 68% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, η διακίνηση συνεχίζει να οργανώνεται από δίκτυα που συνδέονται με διακρατικές ομάδες και δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα στη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και τη Βόρεια Αφρική.

Η Ελλάδα έχει μέχρι στιγμής βασιστεί σε επιχειρησιακά μέτρα, ενίσχυση της φύλαξης με drones, σκάφη του Λιμενικού και την παρουσία της FRONTEX, αλλά δεν διαθέτει ακόμη μηχανισμό αντίστοιχο με τις κυρώσεις που ανακοίνωσε το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι διώξεις επικεντρώνονται κυρίως στους οδηγούς των σκαφών ή σε εντοπισμένα μεμονωμένα άτομα, ενώ τα χρηματοδοτικά δίκτυα και τα κεντρικά πρόσωπα παραμένουν ως επί το πλείστον άγνωστα ή εκτός ελληνικής δικαιοδοσίας. Η έλλειψη συντονισμού με τρίτες χώρες, περιορίζει τις δυνατότητες παρακολούθησης των δικτύων αυτών, καθώς οι περισσότεροι διακινητές δεν δρουν επί ελληνικού εδάφους, ενώ οι χρηματοροές τους περνούν από ανεπίσημα ή διεθνώς ανώνυμα κανάλια.

Την ίδια στιγμή, η επιδείνωση της κατάστασης στο Σουδάν και ευρύτερα στην περιοχή του Σαχέλ λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής αστάθειας, τροφοδοτώντας νέες ροές μετακινούμενων πληθυσμών προς την Ευρώπη. Οι συγκρούσεις μεταξύ στρατιωτικών φατριών στο Χαρτούμ, η κατάρρευση βασικών κρατικών δομών και η επισιτιστική κρίση έχουν εκτοπίσει εκατομμύρια ανθρώπους εντός και εκτός συνόρων.

Παράλληλα, περιοχές όπως το Τσαντ, ο Νίγηρας και η Μπουρκίνα Φάσο βρίσκονται σε κατάσταση παρατεταμένης κρίσης, με την παρουσία τζιχαντιστικών ομάδων, εμφυλίων συγκρούσεων και ξένων στρατιωτικών επεμβάσεων να διαμορφώνουν ένα σύνθετο πεδίο αποσταθεροποίησης. Το γεωπολιτικό κενό που δημιουργείται αξιοποιείται από κυκλώματα διακίνησης, τα οποία εκμεταλλεύονται την απουσία κρατικού ελέγχου για να εγκαθιδρύσουν διαδρομές προς τις ακτές της Μεσογείου, μετατρέποντας το μεταναστευτικό όχι μόνο σε ανθρωπιστική κρίση, αλλά και σε εργαλείο πολιτικής και οικονομικής προσόδου.

Η ενίσχυση των πολιτικών κυρώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενδέχεται να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για αντίστοιχες πρωτοβουλίες και στην Ελλάδα. Η σύσταση ενός μηχανισμού παρακολούθησης και δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων των εμπλεκόμενων, σε συνεργασία με ευρωπαϊκές και διεθνείς αρχές, θα μπορούσε να αποτελέσει βήμα ουσίας για την αντιμετώπιση της παράνομης διακίνησης, η οποία δεν περιορίζεται στις φυσικές μετακινήσεις, αλλά επεκτείνεται σε δίκτυα που λειτουργούν με τραπεζικούς μεσάζοντες, πλαστά έγγραφα και διεθνείς συνεργούς. Οποιαδήποτε απόπειρα πολιτικής διαχείρισης του μεταναστευτικού στην Ελλάδα χωρίς διακρατική δράση κατά των οικονομικών δομών των διακινητών ενδέχεται να αποδειχθεί ανεπαρκής.

Οι κοινωνικές εντάσεις που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια, όπως οι συγκρούσεις στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου το 2020 και το 2023, δείχνουν ότι η πίεση προς τις τοπικές κοινωνίες δεν είναι μόνο ανθρωπιστική ή διοικητική, αλλά και πολιτικά φορτισμένη.

Το ενδεχόμενο επανάληψης τέτοιων επεισοδίων παραμένει υπαρκτό όσο το ζήτημα αντιμετωπίζεται αποσπασματικά. Το παράδειγμα του Ηνωμένου Βασιλείου δεν αποτελεί άμεσο μοντέλο για την Ελλάδα, αλλά αναδεικνύει την ανάγκη για ένα δεύτερο επίπεδο πολιτικής δράσης: αυτό που δεν περιορίζεται στη φύλαξη, αλλά επεκτείνεται στην αποδυνάμωση των οργανωμένων οικονομιών της διακίνησης μέσω διεθνούς συντονισμού, νομοθετικών παρεμβάσεων και στόχευσης των κρίσιμων προσώπων. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αριθμοί θα συνεχίσουν να αυξάνονται και η πολιτική πίεση θα εντείνεται, μετατρέποντας το μεταναστευτικό όχι απλώς σε διαχειριστική πρόκληση, αλλά σε παράγοντα εσωτερικής αποσταθεροποίησης.