Για διαδικτυακή απάτη μέσω startup κατηγορείται η κόρη του Bill Gates

Η εταιρεία που έστησε μαζί με συνεργάτιδά της φέρεται να αποσπούσε χρήματα από δυνητικούς πελάτες, ακόμα και όταν δεν χρησιμοποιούσαν τις υπηρεσίες της

Για διαδικτυακή απάτη μέσω startup κατηγορείται η κόρη του Bill Gates
Η κόρη του Bill Gates, Phoebe Gates (TechCrunch/Wikimedia Commons)

Σημαντικές κατηγορίες βαραίνουνν τη νεοφυή εταιρεία Phia, συνιδρύτριες της οποίας είναι η Phoebe Gates, κόρη του Bill Gates, και η Sophia Kianni.

Στην εταιρεία αποδίδεται η χρήση της αθέμιτης τεχνικής “cookie stuffing“, μέσω της οποίας καρπώνεται προμήθειες από ψηφιακές αγορές, ακόμη και στις περιπτώσεις που οι χρήστες δεν αξιοποιούσαν τις υπηρεσίες της.

Βάσει δημοσιεύματος του Bloomberg, εσωτερικές συνομιλίες και εταιρικά ντοκουμέντα υποδεικνύουν ότι οι δύο ιδρύτριες ήταν ενήμερες επί σειρά μηνών για τις δυσλειτουργίες που προκαλούσαν την καταχρηστική εγγραφή προμηθειών, παρά το γεγονός ότι τον Ιούλιο η Phia ισχυρίστηκε πως έλαβε γνώση για το θέμα μόλις «εντός των τελευταίων 24 ωρών».

Η πλατφόρμα της Phia εντοπίζει προσφορές και εκπτωτικά κουπόνια σε e-shop. Όταν ο αγοραστής κάνει χρήση κάποιου κωδικού της, το πρόγραμμα εγκαθιστά ένα ψηφιακό ίχνος (cookie), ώστε να αποδειχθεί η συμβολή της στην πραγματοποίηση της συναλλαγής και να εκταμιευθεί η σχετική αμοιβή.

Το μείζον ζήτημα, όπως αποκαλύπτει το Bloomberg, συνίσταται στο ότι η Phia φέρεται να τοποθετούσε τα εν λόγω cookies ακόμη και χωρίς την ενεργή χρήση της πλατφόρμας από τους καταναλωτές, οικειοποιούμενη έτσι πωλήσεις στις οποίες ουσιαστικά δεν είχε καμία εμπλοκή.

Επιστροφή προμηθειών σε συνεργάτες

Η νομικός Ariel Givner επεσήμανε ότι η πρακτική του cookie stuffing δύναται να αξιολογηθεί από τη δικαιοσύνη των ΗΠΑ ως διαδικτυακή απάτη, κακούργημα που επιφέρει ποινές κάθειρξης έως και 20 έτη, σε συνδυασμό με την επιβολή χρηματικών προστίμων και αποζημιώσεων.

Όπως μεταδίδει το Bloomberg, η συγκεκριμένη μεθοδολογία φέρεται να βρισκόταν σε εφαρμογή τουλάχιστον από το Δεκέμβριο σε αγορές που αφορούσαν μεγάλους εμπορικούς ομίλους, μεταξύ των οποίων η Nike, η Gap και η Nordstrom.

Από την πλευρά της, η εταιρεία ισχυρίζεται ότι οι τεχνικές παράμετροι που οδηγούσαν σε εσφαλμένες πιστώσεις πωλήσεων καταργήθηκαν στις 7 Ιουλίου, ενώ έχει ήδη ξεκινήσει τον έλεγχο του συνόλου των συναλλαγών για την επιστροφή των σχετικών ποσών στους θιγόμενους συνεργάτες.

Παράλληλα, γνωστοποίησε τη δρομολόγηση πρόσληψης υπευθύνου συμμόρφωσης (compliance officer), με στόχο τον αποκλεισμό παρόμοιων περιστατικών στο μέλλον.